Γέροντας Αρσένιος, Η ευχή του ενήργησε μέσα στο αστυνομικό τμήμα!

Γέροντας Αρσένιος, Η ευχή του ενήργησε μέσα στο αστυνομικό τμήμα!

Από αριστερά, ο Γέροντας Αρσένιος Σπηλαιώτης και ο όσιος Ιωσήφ Ησυχαστής.

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άλλος αδελφός βρέθηκε κάποτε σ’ ένα απρόοπτον πειρασμόν από μιαν παρεξήγησιν και τον έκλεισαν στο αστυνομικό τμήμα δυο βραδιές.
Προ της μεγάλης εκείνης ανάγκης επεκαλέστησε από ψυχής την ευχήν του παππού.

– Τότε, λέει, άναψε μέσα μου αμέσως μια φλόγα, σε σημείον ώστε επί δύο εικοσιτετράωρα ούτε έφαγα, ούτε ήπια, ούτε κάθισα, ούτε κοιμήθηκα, αλλά σαν δύο ξύλα τα πόδια μου με κρατούσαν όρθιο και προσευχόμενο αδιαλείπτως.

Αυτό, διαβεβαιώνει ο αδελφός, ήταν ένα μεγάλο δώρο του παππού. Έδειξε λίγο στα τέκνα του εκείνο πού είχε όταν βρισκόταν ακόμα σ’ αυτήν την ζωήν.

Παρ’ όλα αυτά, συγκρίνοντας τον εαυτόν του με τον μεγάλον Γέροντα [τον όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898-1959) τον συνασκητή του] έβλεπε, από ταπεινοφροσύνη, πολύ χαμηλά τον εαυτόν του.

 

Από το βιβλίο του Μοναχού Ιωσήφ Διονυσιάτη, “Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης, (1886-1983), Συνασκητής τους Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού”.

Source link

Άγιος Γέροντας Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός: «Θα έρθει εποχή που θα σας οδηγούν κοσμικοί άνθρωποι»

– Ποιοι θα σωθούν; ρώτησε κάποιος διάκος.

– «Και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων διά το όνομά Μου. Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Μαρκ. 13:13). Ιδού ο Θεός! Ισχυρός και μέγας, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε ούτε την αρχή ούτε το τέλος Του. Η σοφία Του είναι ανεξερεύνητη και η καλοσύνη Του κρυφή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ο Κάιν πάντα σκοτώνει τον Αβελ και ο δρόμος του τελευταίου κατευθύνεται προς την ευλογημένη αιωνιότητα.

*****

– Θα έρθουν οι καιροί που ο Χριστιανός θα δυσκολευτεί να σωθεί. Τότε τι θα γίνει ο άπιστος;

Έπειτα αναφέρθηκε στις έσχατες μέρες, στις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουμε οι χριστιανοί, αλλά και στους πνευματικούς πατέρες, που αντί να σώζουν τις ψυχές θα τις καταστρέφουν.

– Τότε με ποιο κριτήριο πρέπει να διαλέξουμε τον πνευματικό μας πατέρα, Γέροντα;

-Από τα έργα του.

*****

…Ο π. Γαβριήλ, όταν μιλούσε για αιρετικούς ή πιστούς άλλων θρησκευμάτων, τόνιζε πάντοτε ότι πρέπει να επιδεικνύουμε την ίδια αγάπη σε όλους. Μια μοναχή του είπε κάποια φορά:

– Μίλησα με έναν αιρετικό. Οργίστηκα τόσο πολύ όταν με έβρισε, που νομίζω πως αμάρτησα.

Ο π. Γαβριήλ τότε της απάντησε γλυκά:

– Δεν είναι πέτρινη η καρδιά σου για ν’ ακούς αδιάφορα να σε βρίζουν για την πίστη σου. Αν δεν είσαι αγνός και άκακος σαν μικρό παιδί, δεν θα μπεις στη Βασιλεία των Ουρανών. Όχι όμως να έχεις και το μυαλό ενός μικρού παιδιού!

Ενώ σε άλλη μοναχή είχε πει:

– Θα έρθει εποχή που θα σας οδηγούν κοσμικοί άνθρωποι. Μακάρι να μου έρθει κάποιος αιρετικός ή Βαπτιστής ή Μάρτυρας του Ιεχωβά. Θα τους βάλω να καθίσουν, θα τους ταϊσω και θα τους διδάξω τον καλό λόγο. Αλλάεγώ δεν θα φάω μαζί τους. Δεν θα καθίσω με απίστους. Κι αν έρθει κάποιος, εσύ μη σηκώνεσαι. Μη δώσεις τη θέση σου. Αφησέ τον να καθίσει με τον εαυτό του. Δεν πήγες εσύ, αυτός ήρθε και κάθισε δίπλα στους πιστούς. Γι’ αυτόν θα σηκωθούν όλοι;

*****

Ο π. Γαβριήλ έκανε λόγο και για τον τρομερό Οικουμενισμό.

Έλεγε ότι στην αρχή θα είναι μια αίρεση και αργότερα θα γίνει μεγάλο μπέρδεμα. Μετά την εμφάνιση του οικουμενισμού θα έρθει ο Αντίχριστος. Μια μέρα ήρθε κάποιος στο Σαμτάβρο που πήγε να κάνει τον δάσκαλο στον Γέροντα γύρω από το θέμα αυτό. Ο π. Γαβριήλ, σαν να μην καταλάβαινε τίποτα, τον σταμάτησε και τον ρώτησε:

– Τι οικούμενα; Ποια οικούμενα και πράσιν’ άλογα; Δεν καταλαβαίνω! Και απευθυνόμενος στους άλλους συνέχισε:

– Τι σας εμποδίζει να σωθείτε αν οι άλλοι βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση; 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΑΛΧΑΖΙ ΤΖΙΝΟΡΙΑ: «Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ»

πηγή: imdleo.gr

Source link

Ο Γέροντας Γρηγόριος Αρχιπελαγίτης και οι δύο μεγάλες θαυμαστές αποκαλύψεις

Ἱερ. Φιλόθεος Δοχειαρίτης

Στίς 9/21 Ὀκτωβρίου τοῦ 2018, τήν 10.44μ.μ. περίπου, κοιμήθηκε ὁ γέροντας Γρηγόριος, ὁ ἐπί 38 ἔτη Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἀγωνιστής μοναχός, χαρισματοῦχος ἡγέτης, φωτισμένος νοῦς μέ κριτικό πνεῦμα, στοργικός πνευματικός πατέρας, δόκιμος χειριστής τοῦ λόγου, ἀνακαινιστής καί νέος κτίτορας τῆς παλαίφατης Μονῆς του.

Ὁ γέροντας Γρηγόριος μαθήτευσε παρά τούς πόδας τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου τοῦ Πατμίου ἀλλά καί τοῦ ὁσίου Φιλοθέου Ζερβάκου, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας Πάρου. Στά 29 του χρόνια ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μυρτιᾶς Αἰτωλοακαρνανίας καί κατόπιν τῆς Μονῆς Προυσοῦ Εὐρυτανίας. Ἀπό τό 1980 ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, μετατρέποντάς την ἀπό ἰδιόρρυθμη σέ κοινοβιακή Μονή. Καί οἱ τρεῖς Μονές πού παρέλαβε βρίσκονταν σέ ἐρειπιώδη κατάσταση, ἰδιαίτερα ἡ τοῦ Δοχειαρίου. Ἐδῶ προσέφερε τόν ἑαυτό του ὁλόκληρο στήν ἀνακαίνιση καί τή σωστή λειτουργία μιᾶς ἁγιορειτικῆς Μονῆς, πράγμα ἐξαιρετικά ἐπίπονο.

Τά μέτωπα πολλά. Ἐμπόδια ἀπανωτά. Ἔσοδα ἀπό πουθενά. Περιουσιακἀ στοιχεῖα ἀνύπαρκτα. Ὑποτιμητικά σχόλια ἀπό παλαιούς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά δέν ἐπιδίωξε γνωριμίες μέ πλούσιους φίλους, πολιτικούς συμμάχους καί ἰσχυρούς μέντορες. Ζοῦσε ταπεινά καί ἀπέριττα μέ τό βρισκούμενο, ὅ,τι εἶχε τό μοναστήρι, καί τά ἐλέη τῶν πιστῶν. Ἕνα μόνο ὑποστηρικτή εἶχε καί ἐκεῖ ἀκουμποῦσε ὅλα τά προβλήματά του: τήν Παναγία τή Γοργοϋπήκοο. Ἦρθε στή Μονή Δοχειαρίου γιατί ἔχει Παναγία, ἔλεγε. Ξεκίνησε νά παιανίζει μέ πολύ πόθο τήν Παράκλησή της, μεταφέροντας στήν ψαλμωδία του νησιώτικα μουσικά ἀκούσματα. Ἀπό τότε ἔγινε ἡ Παράκληση θρησκευτικός θούριος στά στόματα ὅλων, εἰς τά πέρατα ἅπαντα. Ξεκίνησε νά τελεῖ τήν ξεχασμένη ἀγρυπνία πρός τιμήν της. Ἀπό τότε πλήθη προσκυνητῶν συρρέουν στή χάρη της, εὐγνωμονώντας γιά τίς εὐεργεσίες της.

Δύο ἦταν οἱ θαυμαστές ἀποκαλύψεις στή ζωή τοῦ γέροντα: ἡ εὕρεση τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα Ἰωάννου ἀπό τήν Κόνιτσα στήν κρύπτη τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς Προυσοῦ ἐπί ἡγουμενείας του, τό 1974 (ὅπου ἐπί ἑκατόν πενῆντα χρόνια ἦταν θαμμένος) καί ἡ ἀποκάλυψη τῆς παλαιᾶς πρωτότυπης τοιχογραφίας τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου στή Μονή Δοχειαρίου, τό 1997 (πού πάλι ἐπί ἑκατόν πενῆντα χρόνια ἦταν κρυμμένη πίσω ἀπό τή νεώτερη εἰκόνα μέ ρωσική τεχνοτροπία).

Ὁ γέροντας ἔφερε ἀκούσια διά βίου στούς ὤμους του ἕνα μεγάλο σταυρό: τὀ νεανικό διαβήτη, κληρονομιά ἀπό τή μάνα του, ἀπό τά 27 του χρόνια. Στήν ἀρχή προσπάθησε μέ τούς γιατρούς στό νοσοκομεῖο, μήπως μπορέσουν νά τό ρυθμίσουν ἰατρικά. Μάταια ὅμως. Κατόπιν ἀγωνίστηκε νά τό κρατᾶ σέ χαμηλά μέτρα μέ δίαιτα, σωματική ἐργασία καί κίνηση. Πολύ συχνά ὅμως ἀπό τίς στενοχώριες καί τίς εὐθύνες ἀπορρυθμιζόταν. Ἔτσι συνήθισε ὁ ὀργανισμός του σέ ὑψηλές τιμές ζαχάρου. Περίπου τά τελευταῖα 25 χρόνια, ὅταν ἡ μέση του ἄρχισε νά διαμαρτύρεται ἔντονα καί ἡ σωματική του ἐργασία μειώθηκε πολύ, ξεκίνησε νά κάνει ἐνέσεις ἰνσουλίνης, πού ὅμως ἐπέφεραν δυσάρεστα ἀποτελέσματα στήν ὐγεία του. Ἦταν ἕνας διαρκής ἀγώνας, χωρίς ἀνάπαυλα, πού χρειαζόταν ἀφάνταστη ὑπομονή καί ψυχικό σθένος, καί μάλιστα, ἄν σκεφτεῖ κανείς πώς εἶχε ὅλη τήν εὐθύνη γιά τή Μονή πού διοικοῦσε καί τά πρόσωπα πού ποίμαινε.

Δύο πτέρυγες, δίδασκε, ἔχει ὁ μοναχός γιά νά πετάει στά οὐράνια: τή λατρεία καί τή διακονία. Ἡ φροντίδα γιά τή λατρεία καί τήν εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ ἦταν ἀκόρεστη. Ἤθελε καθαρή καί εὐδιάκριτη ἀνάγνωση, σύμμετρη ψαλμωδία καί συμμετοχή ὅλων. Συχνές οἱ λειτουργικές παρατηρήσεις στούς κληρικούς. Μετέδιδε ζωντάνια, σχολίαζε, σ᾽ ἔκανε πάντα πιό προσεκτικό. Στάση ἤθελε καί ὄχι κάθισμα στήν ἐκκλησία. Ὅταν ὅμως ἀργότερα ἄρχισαν μεγάλα ἔργα-ἀνακαινίσεις στή Μονή, πού συμμετείχαμε κατά δύναμιν καί ὑπέρ δύναμιν, δἐν μάλωνε ὅταν κοιμόμαστε στό στασίδι.

Ἦταν ὁ πρῶτος στό Ἅγιον Ὄρος πού κρέμασε καινούργια καντήλια στίς πανηγύρεις τῆς Μονῆς καί τό Πάσχα. Στόλισε τά προσκυνητάρια μέ ἀνακαινισμένες τίς παλιές καί μέ νέες ποδιές. Φρόντισε νά φτιάξει νέα ἄμφια γιά τούς κληρικούς, καλύμματα καί σκεύη τῆς Ἁγίας Τραπέζης, νέα ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια καί ἀργυρούς πολυελαίους. Καί ὄχι μόνο στό Καθολικό τῆς Μονῆς, ἀλλά ἀτέλειωτη φροντίδα κατέβαλε γιά ἀνακαίνιση καί στολισμό ὅλων τῶν παλαιῶν παρεκκλησίων-ἐξωκλησίων καί θεμελίωση νέων. Ὅλα αὐτά πληρώνονταν ὄχι βέβαια ἀπό τό φτωχικό βαλάντιο τῆς Μονῆς -οὔτε γιά ἀστεῖο! Εἶχε ἕνα δικό του τρόπο νά παρακινεῖ ἄλλους νά συμμετέχουν στή λατρεία καί τό στολισμό τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἐδύνατο ἕκαστος, πού δέ μποροῦσαν νά τοῦ φέρουν ἀντίρρηση.

Ὁ γέροντας ἀγαποῦσε τήν κοινή ἐργασία τῶν μοναχῶν, τήν παγκοινιά, στόν κῆπο, στήν οἰκοδομή, στό δάσος, στά ἀμπέλια, στό μαγειρεῖο. Ἔλεγε πώς ἐκεῖ, μπροστά σέ ὅλους, φαίνεται καί ὁ ἐργατικός καί ὁ ράθυμος, καί ὁ ὑπάκουος καί ὁ δύστροπος, καί ὁ πρόθυμος καί ὁ γογγυστής. Ἔτσι, ντρεπόμενος ὁ ἕνας τόν ἄλλον, πιέζει τόν ἑαυτό του καθένας νά δείξει κάτι καλύτερο. Ζήταγε ἀκόμα τήν ὥρα τῆς διακονίας νά τηροῦμε σιωπή, ἔλλογη ὄχι ἄλογη, ὥστε ἡ διακονία νά συμβαδίζει μέ τήν προσευχή. Ὁ ἴδιος ἔλεγε κάποιο ἀστεῖο, πείραζε τό λωλο-Χαράλαμπο, ἤ σχολίαζε κάτι, ἀλλά ἀπό μᾶς ἀπαιτοῦσε ἡσυχία καί σιωπή.

Δίδασκε ὅτι ὁ μοναχός πρέπει νά ἐργάζεται γιά τή συντήρησή του, γιά τή συντήρηση τῆς Μονῆς καί γιά νά ἐλεεῖ τούς φτωχούς. Ἰδιαίτερα ἡ νεότητα θέλει κόπους. Ὁ ἴδιος πρῶτος παρών παντοῦ. Ἀτελείωτες οἱ ὧρες ἐργασίας στή Μονή. Τήν ἑσπέρα «ὁ ἥλιος ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ», ἀλλά ὁ ἡγούμενος οὐκ ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ. Ὅταν τό φῶς τῆς ἡμέρας δέν ἔφτανε γιά νά τελειώσει ἡ δουλειά, ἄναβαν τά λούξ ἀσετυλίνης καί οἱ προβολεῖς αὐτοκινήτων ἤ λάμπες μέ ἠλεκτρογεννήτρια. Ὅταν ἔπιανε τό τσαπί στούς κήπους, ἀλλοίμονο σέ ὅσους ἦσαν κοντά του. Σταματοῦσε μόνο γιά λίγο κολατσό τό μεσημέρι καί μόνο ὅταν τό φῶς ἐγκατέλιπε τό Ἅγιον Ὄρος τή νύχτα. Ὅταν μᾶς καλοῦσε γιά νά μαζέψουμε πέτρες γιά χτίσιμο, δέν προλαβαίναμε νά κουβαλᾶμε στό αὐτοκίνητο τίς πέτρες πού μᾶς ὑποδείκνυε. Ἀεικίνητος νοῦς, πιό γρήγορος ἀπό τήν ἀστραπή, γένναγε λύσεις ἀκούραστα σέ κάθε πρόβλημα. Πρίν τελειώσει μία δουλειά, εἶχε ἕτοιμη τήν ἑπόμενη καί τή μεθεπόμενη στό νοῦ του. Κάθε βράδυ σκεπτόταν πῶς καί ποῦ θά ἀπασχοληθοῦν τήν ἑπομένη οἱ μοναχοί του. Καί κάθε πρωΐ εἶχε ἕτοιμη δουλειά γιά τόν καθένα. Ποτέ δέν ἀναπαυόταν μέ ἀργό μοναχό.

«Πῆρα γριά γυναίκα ἀλλά ὄμορφη», ἔλεγε μεταφορικά γιά τή Μονή Δοχειαρίου. Νησιώτικο μοναστήρι, μέ ἀσβεστωμένους τοίχους, μικρές γειτονιές ἐδῶ κι ἐκεῖ, σαχνισιά καί μπαλκόνια, πεζοῦλες καί καλντερίμια, ἁπλωμένα ὅλα ἀνάλαφρα πάνω στήν πλαγιά τοῦ βουνοῦ. Κάθε γωνιά ξεχωριστή, κάθε μαχαλάς ζωγραφικός πίνακας. Δέν ἄφησε γωνιά πού νά μήν τήν περιποιηθεῖ,. Δέν ἄφησε πεζούλα πού νά μή φυτέψει, νά μή βγάλει τ᾽ ἀγριόχορτα, νά μήν ποτίσει τά νέα βλαστάρια. Πρίν τίς πανηγύρεις, μέ ἀνασκουμπωμένο τό ζωστικό ἔπλενε μέ τό μεγάλο λάστιχο τίς αὐλές, ἀπό τό ἀρχονταρίκι μέχρι κάτω τό μουράγιο. Ὅλα ἔπρεπε νά εἶναι λάμποντα κι ἀστράπτοντα. Πάντα ἤθελε λάστιχα γιά πότισμα στίς βρύσες τῆς αὐλῆς κι ἀλλοίμονο σ᾽ ὅποιον τά ἔπαιρνε γιά ἄλλες χρήσεις.

Γεννημένος καί μεγαλωμένος στήν ὕπαιθρο ἀπό ἀγροτική οἰκογένεια, ἀγαποῦσε τή φύση, τά δέντρα, τά λουλούδια, τά ζῶα, τίς ἀγροτικές δουλιές, τό μαγείρεμα στόν ἔξω φοῦρνο, τήν περιποίηση τοῦ χώρου πού ζοῦσε. Κάποτε ἐπισκέπτης τόν ρώτησε:

– Γέροντα, ἀπό ποῦ εἶσαι;

– Γιατί ρωτᾶς;

– Μήπως εἶσαι Μικρασιάτης; Οἱ Μικρασιάτες ἀγαποῦν καί περιποιοῦνται τό χῶρο τους τόσο πολύ.

– Οἱ παποῦδες μου κατάγονταν ἀπό τήν Ὀδησσό, ἀπήντησε.

Πάντα τόνιζε, αὐτό πού μποροῦμε νά κάνουμε μόνοι μας, νά μήν τό ζητᾶμε ἀπό ἄλλους. Γι᾽ αὐτό, ἔσπρωχνε νά μάθουμε τέχνες ἀπαραίτητες γιά τήν ἀνακαίνιση καί λειτουργία τῆς Μονῆς, ἀφήνοντας ἐλεύθερη τήν πρωτοβουλία τοῦ διακονητῆ στή λεπτομέρεια καί τήν ἀπόδοση τῆς μορφῆς. Δέν ἐνοχλοῦσε μέ παρατηρήσεις, ὅταν ἔβλεπε πρόθυμη διακονία καί ἱλαρά πρόσωπα. Μάλιστα τότε ἦταν πού ἔδινε τήν ἑπόμενη κατεύθυνση, χωρίς νά περιμένει τήν ὁλοκλήρωση τῆς προηγούμενης. Τό παντέφορο βλέμμα του διείσδυε παντοῦ. Διέκρινε τίς ἀνάγκες καί ἔβαζε προτεραιότητες. Ἡ συνεπής διακονία ἐπαινεῖτο πάντοτε διακριτικά ἀλλά σέ τρίτους. Ποτέ στόν ἴδιο ἀδελφό. Ἦταν ὅμως κεραυνοβόλος, ὅταν συναντοῦσε ραθυμία καί προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Ἡ καθυστέρηση τό πρωΐ στήν παγκοινιά, χωρίς ἰδιαίτερο λόγο, συνιστοῦσε «ἔγκλημα καθοσιώσεως»!

Ποιός δέν τόν φοβήθηκε τίς ὧρες ἐκεῖνες, πού οἱ φωνές του ἀκούγονταν μέχρι τό μουράγιο!

Κάθε βράδυ ὅμως μέ ξεκλείδωτη τήν πόρτα τοῦ Ἡγουμενείου δεχότανε καθένα πού ἐρχότανε λίγο νά χαλαρώσει ἤ νά ζεσταθεῖ κοντά στή μοναδική σόμπα πού ἔκαιγε τό χειμώνα, ἤ νά ρωτήσει κάτι. Κάθε βράδυ ρωτοῦσε καθένα (ἄν ἐργαζόταν μακρυά του) πῶς πέρασε τή μέρα, τί ἔφτιαξε, ποῦ ἀπασχολήθηκε. Λίγο τσίπουρο ἤ ἕνα γλυκό πού πρόσφερε ὁ διακονητής, ἕνας ζεστός λόγος, μία διήγηση ἤ ἀναμνήσεις τοῦ γέροντα ἀπό τήν Πάτμο καί τό γέροντα Ἀμφιλόχιο ἤ ἀναγνώσεις, μᾶς ἔκαναν νά ξεχνᾶμε τόν κόπο τῆς ἡμέρας, τίς φωνές, τίς δυσκολίες καί τόν ὄγκο τῆς ἐργασίας πού βλέπαμε μπροστά μας.

Ἦταν κυριολεκτικά δοσμένος στήν ἀδελφότητα. Ὅλα τά ἄλλα ἦταν πάρεργα. Ἐκεῖνες τίς ὧρες, πού συνήθως ἔτρωγε τό βραδυνό του, βλέπαμε ἕναν ἄλλο Γέροντα, τρυφερό καί στοργικό πατέρα, μέ κατανόηση καί συμπάθεια γιά τόν καθένα. Μάλιστα ἐκεῖνες τίς ὧρες τόν ἀκούγαμε συχνά ὅλοι νά μιλᾶ στό τηλέφωνο μέ πνευματικοπαίδια του, (διότι μόνο τότε τόν εὕρισκαν εὔκαιρο) ὅπου ἔδινε προσωπικά συμβουλές, μάλωνε, στήριζε καί ἐνίσχυε τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά μᾶς πεῖ ποτέ: -Περάστε ἔξω, ἔχω κάτι ἰδιαίτερο νά πῶ.

Ἔτσι, μαθαίναμε τόν τρόπο τῆς ποιμαντικῆς του χωρίς διδασκαλία.

Ποίμαινε μέ διάκριση καί ἐλευθερία τούς μοναχούς του, σεβόμενος τόν χαρακτήρα καθενός. Δέν ἔβαζε μπροστά μας καλούπια. Τόνιζε τά ἀγαθά στοιχεῖα καθενός καί ὁδηγοῦσε πρός μίμηση, χωρίς νά ἐπιβάλλει. Ἔδινε μοναχικά πρότυπα ἀπό παλαιούς πατέρες πού εἶχε γνωρίσει ἤ συναναστραφεῖ, χωρίς νά ἀπαιτεῖ τέλεια ἀντιγραφή. Ἤθελε νά βλέπει ἕστω καί μικρή προσπάθεια καί τότε ἔκανε στραβά μάτια σέ ἀνθρώπινες ἑλλείψεις καί ἀδυναμίες. Ἄκουε καί ὑπάκουε στή συνετή κι ἐμπεριστατωμένη γνώμη τοῦ ἀδελφοῦ πάνω στή διακονία του, ἐφ᾽ ὅσον ἐκεῖνος τοῦ γεννοῦσε ἐμπιστοσύνη. Μᾶς μετέδιδε θάρρος, ὅτι ὁ ἀγώνας μας -ὅσο μικρός κι ἄν εἶναι- ἀναγνωρίζεται, γίνεται ἀποδεκτός χωρίς ἐπαίνους καί κούφια λόγια, πάντα ὅμως ἤθελε κι ἄλλο. Ποτέ δέν εἶπε, φτάνει ὅσο ἔκανες. Πάντα περίμενε τό ἑπόμενο βῆμα. Αὐτό μᾶς ἔδινε φτερά νά συνεχίσουμε, χωρίς νά λογαριάζουμε καθόλου τόν ἑαυτό μας. Ρίχναμε τόν ἑαυτό μας στή διακονία τοῦ κοινοβίου, χωρίς θέλω, νομίζω, ἔχω τή γνώμη, κουράστηκα, κρυώνω…

Ἀκόμα, δέν ἐφείδετο νά μαλώσει μεγαλύτερους ἀδελφούς μπροστά σέ νεώτερους, ὁσάκις τό ἔκρινε δίκαιο, ἤ νά ὑπερασπιστεῖ νεώτερο μπροστά σέ παλαιότερο ἀδελφό, πράγμα πού μᾶς ἐφιστοῦσε τήν προσοχή, ὅτι κι ὅταν γίνεις παλαιότερος, μήν πάψεις νά προσέχεις. Ὅταν μεγαλύτεροι ἀδελφοί τοῦ μιλοῦσαν ἰδιαίτερα γιά θέματα διοίκησης τῆς Μονῆς παρουσίᾳ νεωτέρων, δέν ἀπαντοῦσε σιγανά, μήν ἀκούσουν οἱ νεώτεροι, ἀλλά μέ παρρησία καί ἄφοβα εἰς ἐπήκοον ὅλων.

Στήν Τράπεζα μιλοῦσε συχνά γιά τήν ἀπαλλαγή τῶν παθῶν, τά ὁποῖα ἀνέλυε μέ θαυμαστή λεπτομέρεια καί μάλιστα πάντοτε μέ εἰκόνες ἀπό τήν καθημερινή ζωή καί τή φύση ἀλλά καί μέ τήν ἀθυροστομία τοῦ νησιώτη. Ἡ ὁμιλία ἄρχιζε γλαφυρά μέ κάποια παλιά ἱστορία ἤ ἕνα φυσικό γεγονός καί ὅλοι ἀναρωτιόμαστε ποῦ θά καταλήξει, ποῦ θά σύρει τό λόγο, γιά ποιόν χτυπᾶ ἡ καμπάνα σήμερα. Μήπως γιά μένα; Ἔχτιζε τόσο ὄμορφα τό λόγο, πέτρα-πέτρα, πού δέν ἄφηνε περιθώρια ἐρωτήσεων ἤ κενά ἀναπάντητα, χωρίς ποτέ νά θίγει δημόσια κανέναν. Ὅποιος εἶχε παρασυρθεῖ σέ λάθος, ἤ στήν διακονία ἤ στήν ἐξομολόγηση, καταλάβαινε μόνος του γιά ποιόν τά λέει. Ἔδειχνε τό δρόμο γιά τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση, πάντοτε ἀποδεχόμενος τόν εἰλικρινῶς μετανοοῦντα, κάθε Σάββατο στό Ἡγουμενεῖο, καί δίς καί τρίς καί ἑβδομηκοντάκις ἑπτά.

Διακριτικά καί προσεκτικά παρακινοῦσε στήν προσευχή, ὄχι ὅμως εἰς βάρος τῆς διακονίας. Δέν θά προσεύχομαι ἐγώ στό κελλί μου, ὅταν οἱ ἄλλοι διακονοῦν, διότι «μείζων πασῶν ἀρετῶν ἡ ἀγάπη». Ὅταν οἱ κόποι ὑπερῆρον τάς κεφαλάς ἡμῶν, δέν μάλωνε γιά τήν ἀμέλεια στήν προσευχή, ἤ στό «μέ πῆρε ὁ ὕπνος». «Τό ἐρειπωμένο μοναστήρι ἔχει ἀνάγκη τή διακονία ὅλων. Ἀργότερα θά βροῦμε ὥρα γιά προσευχή», ἔλεγε.

Κατά τήν ἵδρυση τοῦ γυναικείου Μετοχίου στό Σοχό Λαγκαδᾶ κάθε μέρα μπροστά ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Διάλεγε τίς πιό ταπεινωτικές δουλιές, νά σκουπίζει καί νά καθαρίζει μέ σκεπάρνι τά ξύλα ἀπό τίς πρόκες. Χιλιάδες πρόκες… – Ποιός κάρφωσε τόσες πρόκες;

Ἐκεῖνος ὅμως σκεφτόταν τά ἑπόμενα βήματα. Μέ καθαρό νοῦ ἀπαντοῦσε στίς ἐρωτήσεις τῶν μαστόρων περί τοῦ πρακτέου, χωρίς νά μᾶς ἐπιβαρύνει ἐκ τῶν προτέρων μέ τόν ὄγκο τῆς δουλειᾶς πού ἀπαιτεῖτο. Κάθε φορά χάραζε τόν ἑπόμενο στόχο, ἀνάλογα μέ τό χρόνο καί τίς δυνατότητές μας. (Κάποιοι πού δέν ἄντεξαν στό πρόγραμμά του ἀναχώρησαν…) Οἱ κόποι γιά ἕνα κοινό σκοπό ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους. Ὅλοι χαιρόμαστε σήμερα κι ἀπολαμβάνουμε τούς κόπους ἐκείνους, ἐνθυμούμενοι τήν ὑπερβολική πίεση στόν ἑαυτό μας, κάποιες στιγμιαῖες ἐσωτερικές ἀντιδράσεις, ἀλλά καί εὐχάριστες στιγμές πάνω στή δουλειά, ἀδελφικά πειράγματα, σκωπτικές φιλοφρονήσεις(!), τίς ἀγελάδες τοῦ Νικόλα τοῦ γείτονα πού γκρέμιζαν τά ὑπαίθρια κουζινικά μας, καί τόσα ἄλλα… Πάντα ὅμως τή μορφή τοῦ γέροντα δίπλα μας, σάν τή κλῶσσα πού ταΐζει, προστατεύει καί φροντίζει μέ κάθε τρόπο τά πουλιά της!

Στήν Ἱερά Κοινότητα (δηλαδή στίς Διπλές Συνάξεις) ἡ παρουσία του ποτέ δέν πέρναγε ἀπαρατήρητη. Ρωτοῦσαν σιγανόφωνα κυτάζοντας δεξιά κι ἀριστερά: – Ἦρθε σήμερα; Πάντοτε μέ τό ἀστεῖο, μέ τό πείραγμα καί μέ τήν ἐπιμονή του ἔδειχνε τό δρόμο πού θεωροῦσε σωστόν, ἀκόμα κι ἄν πήγαινε ἀντίθετα στό ρεῦμα τῶν πολλῶν ἤ στό κύρος παλαιότερων γεροντάδων. Μέ σθένος καί διακριτικότητα δέ δίσταζε νά θίξει τά κακῶς κείμενα εἴτε ἐνώπιον πολιτικῶν εἴτε ἐνώπιον ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Πολλές φορές ἔβγαλε τό ἱερό Σῶμα ἀπό δύσκολες καταστάσεις, μεταβάλλοντας τή γνώμη τῶν ἀντιθέτων. Ἦταν ἀπό ὅλους σεβαστός (ἀκόμα καί ἀπό ἐκείνους πού δέ συμφωνοῦσαν μαζί του) γιά τή σύνεση, γιά τή συνέπειά του στήν τάξη καί τά προνόμια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τούς ἀτελείωτους κόπους στή Μονή του καί γιά τόν ἄφοβο καί τολμηρό χαρακτήρα του.

Τά τελευταῖα πέντε χρόνια πού ξεχείλισε τό ποτήρι τῆς ἀνομίας στήν χώρα μας, πού τό ἀνήθικο, τό πρόστυχο, τό ἄσεμνο, τό ἁμαρτωλό ἔγινε νόμος τοῦ κράτους, ὁ γέροντας ἀποφάσισε νά διαμαρτυρηθεῖ δημόσια, στέλλοντας πύρινα γραπτά ἄρθρα στό διαδίκτυο. Δέ θά προδώσουμε τήν πίστη τῶν πατέρων μας. Δέ θά ποδοπατήσουμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Δέ θά ξεπουλήσουμε τήν ἱστορία μας, βροντοφώναξε. Πολλοί στηρίχτηκαν μέ τό λόγο του καί δόξασαν τό Θεό πού ἀκούστηκε φωνή ἀντίδρασης ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Κάποιοι τά φωτοτύπησαν καί τά δίνουν σέ ἄλλους δωρεάν.

Τέλος, ὅταν τό σαρκίο του ἀσθένησε ἕως θανάτου (καί πρίν ἀσθενοῦσε συχνά, ἀλλά τήν ἑπόμενη τόν βλέπαμε ὄρθιο νά κατευθύνει, σά νά μή συνέβη τίποτα τήν προηγούμενη) εἴδαμε τό Γέροντα νά ὑπομένει τόν πόνο καθημερινά μέ ἀτελείωτη ὑπομονή καί ἀντοχή, χωρίς νά ἐκνευρίζεται πρός τούς διακονητές, χωρίς νά ἀπαιτεῖ εἰδική τροφή ἤ περιποίηση, χωρίς νά ζητᾶ ἰατρικές γνωματεύσεις ἤ γιατί αὐτό τό φάρμακο κι ὄχι ἐκεῖνο.

Συχνά ἐξωμολογεῖτο μπροστά μας ἤ ἐνώπιον κοσμικῶν λάθη ἤ παραλείψεις του. Εἶχε ἀφήσει ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό του μέ κάθε ἐμπιστοσύνη σά μικρό παιδί στά χέρια τοῦ διακονητῆ ἰατροῦ, πού τόν συνόδευε ὑπέρ τήν εἰκοσαετία ὡς ἄγγελος στά προβλήματα τῆς ὑγείας του καί τοῦ ἀδελφοῦ νοσοκόμου.

– Γέροντα, θά πᾶμε στόν Παράδεισο; τόν ρωτήσαμε τίς τελευταῖες μέρες του.

– Ἐγώ ἀποκλείεται, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλός. Ἐσεῖς θά πᾶτε.

– Εὐχαριστοῦμε, γέροντα. Πρέσβευε γιά μᾶς στόν Κύριο. Καλή ἀντάμωση στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ.

πηγή: trelogiannis.blogspot.com

Source link

Βρισκόταν στο σκοτάδι (Γέροντας Κλεόπα Ηλίε, Προηγούμενος Ι.Μ. Sihastria Ρουμανίας († 2003))


Βρισκόταν στο σκοτάδι (Γέροντας Κλεόπα Ηλίε, Προηγούμενος Ι.Μ. Sihastria Ρουμανίας († 2003)) | Διακόνημα


20151213-2
Όσο ασκείται κάποιος στο αγαθό, άλλο τόσο αποκτά και το φόβο του Θεού, γνωρίζει και τα μικρότερα σφάλματά του, τα οποία ποτέ δεν τα είχε μέχρι τότε επισημάνει, επειδή βρισκόταν στο σκοτάδι της αγνωσίας του.

Γέροντας Κλεόπας Ηλίε

‘;
jQuery(‘body’).append(html);
jQuery(“#tmp_popup_”+post_id).show();
}
});
}

Source link

Ο αχώριστος σύντροφος (Γέροντας Γαβριήλ Ηγούμενος Ι.Μ. Αποστόλου Βαρνάβα)


Ο αχώριστος σύντροφος (Γέροντας Γαβριήλ Ηγούμενος Ι.Μ. Αποστόλου Βαρνάβα) | Διακόνημα


Η όλη μας ζωή είναι παιδευτήριο, είναι κοιλάδα του κλαυθμώνος, είναι φυτώριο πόνου και δοκιμασίας. Η θλίψη και ο πόνος είναι ο κλήρος παντός θνητού και ο αχώριστος σύντροφος της πρόσκαιρης μας ζωής, για να κερδίσουμε το βραβείο της άνω κλήσεως.

Γέροντας Γαβριήλ Ηγουμ. Ι. Μ. Αποστ. Βαρνάβα

 

‘;
jQuery(‘body’).append(html);
jQuery(“#tmp_popup_”+post_id).show();
}
});
}

Source link

Είναι αίσχος (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Λογγοβάρδας Πάρου († 1980))


Είναι αίσχος (Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Λογγοβάρδας Πάρου († 1980)) | Διακόνημα


20151206-2
Η μεγάλη οργή του Κυρίου πλησίασε και όταν έρθει θα μας συντρίψει και θα μας κατεβάσει στον Άδη. Θέλημα του Θεού είναι να είμαστε ενωμένοι και συνδεδεμένοι με τον σύνδεσμο της αληθινής, ειλικρινούς, καθαρής, άδολης και γνήσιας χριστιανικής θεϊκής αγάπης. Είναι αίσχος και ψέμα να προσευχόμαστε στον Κύριο για την ειρήνη όλου του κόσμου και να είμαστε μεταξύ μας χωρισμένοι.

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

‘;
jQuery(‘body’).append(html);
jQuery(“#tmp_popup_”+post_id).show();
}
});
}

Source link

Όπως το γέρικο δένδρο (Γέροντας Κλεόπα Ηλίε, Προηγούμενος Ι.Μ. Sihastria Ρουμανίας († 2003))


Όπως το γέρικο δένδρο (Γέροντας Κλεόπα Ηλίε, Προηγούμενος Ι.Μ. Sihastria Ρουμανίας († 2003)) | Διακόνημα


Εάν δεν γίνεται συχνή εξομολόγηση, δυσκολότερα ξεριζώνονται τα πάθη από μέσα μας. Όπως το γέρικο και μεγάλο δένδρο δεν μπορεί να κοπεί με μια μόνο τσεκουριά, έτσι και ένα συνηθισμένο κακό δεν μπορεί να εκδιωχθεί με μια μόνο συντριβή της καρδιάς, αλλά με πολλές.

Γέροντας Κλεόπα Ηλίε

‘;
jQuery(‘body’).append(html);
jQuery(“#tmp_popup_”+post_id).show();
}
});
}

Source link

Ο Γέροντας στεκόταν αγέρωχος 200 μέτρα από τη φωτιά και έψελνε την Παράκληση!

Ο Ιερομόναχος, πατήρ Ελπίδιος Νεοσκητιώτης.

Το 1970 είχε συμβεί το Μοναστήρι της Παναγίας [Ιερό Ησυχαστήριο Μπάλας, στη Ροδόπολη Αττικής] ακόμα ένα ένα θαυμαστό περιστατικό.
Το έτος αυτό άναψε στην περιοχής της Μπάλας μεγάλη πυρκαγιά, η οποία παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλαν οι πυροσβέστες, πλησίαζε απειλητικά προς τα κτήρια της μονής.
Ο πατήρ Ελπίδιος [δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρα, αγίου Φιλουμένου] προσευχόταν συνεχώς και παρακαλούσε την Παναγία να φυλάξει το μοναστήρι της.

Η φωτιά, όμως, συνέχιζε να πλησιάζει ολοένα και περισσότερο.
Όταν πλέον έφτασε πολύ κοντά, τότε οι αδελφές είδαν τον Γέροντα να στέκεται αγέρωχος στα 200 μέτρα από τη φωτιά και να ψάλλει τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας, κάνοντας συνεχώς το σημείο του σταυρού προς το μέρος που καιγόταν.
Σε λίγη ώρα συγκινημένες είδαν και το θαύμα: Ο άνεμος άλλαξε απρόσμενα φορά και η φωτιά άρχισε να απομακρύνεται από το μοναστήρι.
Έτσι, κατάφεραν σιγά σιγά οι πυροσβέστες να την κατασβέσουν.

 

Από το βιβλίο ο “Γέροντας Ελπίδιος (1913-1983)» έκδοση Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Ορούντας Κύπρου.

Source link

Ο π. Κλεόπας Ηλίε, ο Γέροντας της Μονής Sihastria· ο γέροντας της υπομονής (1912 – 2 Δεκεμβρίου 1998)

Ο Γέροντας Κλεόπας γεννήθηκε στο χωριό Σούλιτσα του νομού Botosani της Ρουμανίας στις 10 Απριλίου του 1912. Ήταν το πέμπτο από τα δέκα παιδιά της οικογένειας των Αλέξανδρου και Άννας, μάλιστα από τα δέκα παιδιά τα πέντε ακολούθησαν το μοναχικό βίο. Οι γονείς του ήταν ζωντανό παράδειγμα χριστιανικής ζωής, το σπίτι τους ήταν μια κατ΄ οίκον εκκλησία όπως ο ίδιος ο γέροντας διηγόταν.

Από την γέννησή του για δύο μήνες συνεχώς ο Κωνσταντίνος -κοσμικό όνομα του γέροντα- ήταν συνεχώς. Δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα και έκλαιγε μέρα και νύχτα, έτσι που όλοι ανησυχούσαν για τη ζωή του. Μη γνωρίζοντας τι να κάνει η μητέρα του επειδή δύο άλλα αδέλφιά του πέθαναν σε νηπιακή ηλικία· πήγε στον ερημίτη Κόνωνα Georgescu ο οποίος ήταν πνευματικός στην Cozancea και με την βοήθειά του η Παναγία θεράπευσε τον μικρό Κωνσταντίνο.

Στα τέλη του 1927, ο μεγαλύτερος αδερφός του, Γεώργιος εισήλθε στην Ιερά Σκήτη Sihastria ο οποίος στην κουρά του ονομάστηκε Γεράσιμος μοναχός, ενώ το χειμώνα του 1929, ο Κωνσταντίνος και ο αδελφός του Βασίλειος αποφάσισαν και αυτοί να μονάσουν στην ίδια Σκήτη (μοναστήρι). Έγινα δεκτοί μετά από τον Ηγούμενο της Σκήτης π. Ιωαννίκιο Moroi.

Την άνοιξη του 1931 ο ρασοφόρος Βασίλειος αδελφός και συνασκητής του π. Κλεόπα, ασθένησε και σε τρεις μέρες κοιμήθηκε εν ειρήνη. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1933 ο π. Γεράσιμος, μεγαλύτερος αδελφός του γέροντα παρέδωσε και αυτός την ψυχή του στα χέρια του Χριστού.

Μέχρι το 1935 ο Γέροντας έβοσκε τα πρόβατα της Σκήτης όπως έκαναν και τα άλλα του αδέλφια. Ο ίδιος έλεγε για την περίοδο εκείνη ότι: «Για χρόνια ήμουν βοσκός προβάτων στη σκήτη όπως και οι αδελφοί μου, είχα δε μεγάλη πνευματική χαρά.

Το 1935, ο δόκιμος Κωνσταντίνος κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο Botosani.

Όταν δε απολύθηκε· περί τα τέλη Ιουλίου 1937 ο ηγούμενος αποφάσισε την κουρά του σε μοναχό. Με την κουρά του πήρε το όνομα Κλεόπας.

Ο ηλικιωμένοε ηγούμενος π. Ιωαννίκιος, ηλικίας 82, ο οποίος ήταν πλέον σχεδόν τυφλός τον διόρισε τον Ιούνιο του 1942 -σε ηλικία μόλις 30 χρόνων- αναπληρωτή ηγούμενο.

Ηγούμενος εκλέχθηκε σε διαδοχή του μακαριστού π. Ιωαννικίου στις 3 Σεπτεμβρίου 1944. Στις 27 Δεκεμβρίου 1944 χειροτονήθηκε διάκονος ενώ στις 23 Ιανουαρίου 1945 πρεσβύτερος και εγκαταστάθηκε επίσκοπο Γαλακτίωνα επίσημα ηγούμενος της Σκήτης Sihastria.

Μεταξύ των ετών 1945-1946 ανακαινίζει εξωτερικά αλλά και εσωτερικά τη σκήτη, έτσι το 1947 ανυψώθηκε από εξαρτηματική Σκήτη σε ανεξάρτητη Μονή.

Όταν ήλθαν οι κομμουνιστές στην εξουσία, συνελήφθη και ανακρίθηκε για πέντε ημέρες στο Targu Neamt, κατόπιν αφέθηκε ελεύθερος τόσο γρήγορα όσο είχε συλληφθεί. Οι γύρω του συνειδητοποιώντας ότι θα έχει συνεχώς προβλήματα με τις κομμουνιστικές αρχές τον συμβούλευσαν να κρυφτεί για λίγο στα βουνά. Έτσι ο π. Κλεόπας έκανε μια ξύλινη καλύβα βαθιά στο δάσος έδαφος, 6 χλμ. Μακριά από το μοναστήρι. Έξη μήνες μετά από την αποχώρησή του στα βουνά ο γέροντας Κλεόπας αποκαταστάθηκε και πάλι ως ηγούμενος στη Μονή Sihăstria προς χαρά τόσο των μοναχών όσο και των προσκυνητών.

Στις 30 Αυγούστου 1949 γίνεται ηγούμενος της Μονής Slatina-Suceava και μεταφέρεται εκεί με 30 μοναχούς από τη Μονή Sihastria, μετά την απόφαση του Πατριάρχη Ιουστινιανού. Μέχρι την άνοιξη του 1952 η Μονή Slatina ανθούσε φθάνοντας να είναι μεταξύ των πιο οργανωμένων μοναστηριών της Ρουμανίας.

Αλλά ο διάβολος ο οποίος ποτέ δεν κοιμάται, έβαλε την κρατική ασφάλεια να προβεί σε ενδελεχή έρευνα σχετικά με την μοναστική κοινότητα της Μονής. Έτσι φθάνοντας ένα βράδυ τα όργανα ασφαλείας, ερεύνησαν την Μονή και τελικά συνέλαβαν μερικούς από τους πατέρες της Μονής με επικεφαλής τον π. Κλεόπα και τους ιερομ. π. Αρσένιο Papacioc και μοναχό π. Κωνσταντίνο Dumitrescu.

Τότε ο π. Κλεόπας και ο ιερομόναχος π. Αρσένιος Papacioc παρέμειναν στα βουνά Stânişoarei καθόλη τη διάρκεια των ταραχών στη Μονή Slatina. Οι πατέρες αντιμετωπίζουν με στωικότητα το κρύο, την πείνα, τη δίψα. Και συνεχώς προσεύχονταν μέρα και νύχτα για να τους ενισχύει πνευματικά ο Κύριος.

Την άνοιξη του 1955 προσπάθησε να γεφυρώσει το σχίσμα ορισμένων Ορθοδόξων πιστών, οι οποίοι επιμένοντας στη χρησιμοποίηση από την Εκκλησία του Ιουλιανού Ημερολογίου αποκόπησαν από την κοινωνία με το Πατριαρχείο της Ρουμανίας.

Το φθινόπωρο του 1956 ο π. Κλεόπας επέστρεψε και πάλι πίσω στο Μοναστήρι Sihastria. Τώρα η πνευματική ζωή της Μονής Sihastria θα ενισχυθεί ακόμη περαιτέρω.

Η δίωξη των ετών 1959 και 1964 ήταν η πιο δύσκολη περίοδος για τον μοναχισμό της Ρουμανίας στον 20ο αιώνα. Τέλη του 1959 ψηφίστηκε από την αθεϊστική κυβέρνηση στο Βουκουρέστι, ένα ειδικό διάταγμα (διάταγμα 410/1959) με το οποίο οι μοναχοί κάτω των 55 ετών και οι μοναχές πάνω από 50 χρονών εκδιώχθηκαν από όλα τα μοναστήρια. Το διάταγμα τέθηκε από την αστυνομία σε εφαρμογή και έως την άνοιξη του 1960, εκδιώχθηκαν από τα μοναστήρια πάνω από 4000 μοναχοί και μοναχές.

Ο π. Κλεόπας εξετάστηκε από  τις αρχές και πιέστηκε ώστε να αποβάλει το μοναχικό σχήμα και να πειριστεί στο σπίτι του αλλά όπως και πολλοί άλλοι μοναχοί, αρνήθηκε να αφαιρέσει το μοναχικό σχήμα και να εγκαταλείψει τη Μονή. Γνωρίζοντας ότι συνεχώς παρακολουθείται από τις κομμουνιστικές κρατικές μυστικές υπηρρεσίες και φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, αποσύρθηκε και πάλι -για τρίτη φορά- στα βουνά της Μολδαβίας.

Το φθινόπωρο του 1964, όταν η αναταραχή και ο διωγμός της Εκκλησίας κάπως μαλάκωσαν επέστρεψε πίσω στη Μονή και παρέμεινε για 34 χρόνια ως πνευματικός  όλων, τόσο των μοναχών όσο και των λαϊκών. Έφθαναν από ολόκληρη τη χώρα και το εξωτερικό, επειδή το όνομά του ήταν γνωστό, γνωστό και αγαπητό από όλους. Καθημερινά δεκάδες άνθρωποι του ζητούσαν συμβουλές και οδηγίες.

Η περίοδος από το Σεπτέμβριο μέχρι και τον Νοέμβριο του 1998 σηματοδότησαν το τέλος του γέροντα. Τώρα ο γέροντας μιλούσε όλο και λιγότερο, και πάντα με σβησμένη φωνή επαναλάμβανε τις ίδιες λέξεις: «Τώρα θα πάω στους αδελφούς μου», «Επιτρέψτε μου να πάω στους αδελφούς μου!» Κατόπιν πάλι έλεγε: «Πηγαίνω στο Χριστό· προσευχήσου για μένα, τον αμαρτωλό!». Έτσι το πρωΐ της Τετάρτης 2 Δεκεμβρίου 1998 2:20΄π.μ. παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου, προσδοκώντας την κοινή ανάσταση και την αιώνια ζωή.

Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου από τον Μητροπολίτη Μολδαβίας (νυν Πατριάρχη Ρουμανίας κ.κ. Δανιήλ) και άλλους οκτώ αρχιερείς πολλούς ιερείς, διακόνους και πλήθος πιστών οι οποίοι προέρχονταν από όλα τα μέρη της χώρας.

Στα τέλη του 2005, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας πληροφόρησε τους πιστούς ότι έχει αρχίσει να μαζεύει στοιχεία για την επίσημη αγιοκάταξη του μακαρίου Γέροντος Κλεόπα· του ήδη αγίου στην συνείδηση πάρα πολλών πιστών.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών!

Source link

Γέροντας Ιννοκέντιος: Ελεήμων και θαυματουργός!

Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Για τον Ιννοκέντιο, αν πω την αλήθεια για το πόσο ελεήμων ήταν, θα φανώ ότι λέω ανοησίες, γιατί πολλές φορές έκλεβε από του αδελφούς και έδινε στους αναγκεμένους.
Ήταν υπερβολικά άκακος και απλός, αξιώθηκε δε και χαρίσματος κατά δαιμόνων.
Μεταξύ δε άλλων, παρουσία μας, του έφεραν κάποτε ένα νέο που ήταν παράλυτος και κυριευμένος από πνεύμα, ώστε εγώ, που έβλεπα από απέναντι, να θέλω να διώξω τη μητέρα του, μη ελπίζοντας σε θεραπεία.
Εν τω μεταξύ λοιπόν, ήρθε ο γέροντας και την είδε που έκλαιγε και οδυρόταν για την απερίγραπτη συμφορά του παιδιού της.
Τότε ο Άγιος, αφού δάκρυσε και τους σπλαχνίστηκε, πήρε το νέο που είχε κτίσει ο ίδιος όπου βρίσκονται λείψανα του Ιωάννου του Βαπτιστή.
Και αφού προσευχήθηκε γι’ αυτόν από την τρίτη ώρα μέχρι την ενάτη, θεράπευσε την παράλυση και έβγαλε το δαίμονα και έδωσε το νέο υγιή στη μητέρα του την ίδια ημέρα· η δε παράλυση του ήταν τέτοια, που όταν έφτυνε, έφτυνε στα νώτα του· τόσο πολύ ήταν παραμορφωμένος.

Από το βιβλίο του Παλλαδίου, “Λαυσαϊκή Ιστορία”, έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους. Εισαγωγικά, μετάφραση Μοναχός Συμεών.

Source link