Ο Γέροντας Γρηγόριος Αρχιπελαγίτης και οι δύο μεγάλες θαυμαστές αποκαλύψεις

Ἱερ. Φιλόθεος Δοχειαρίτης

Στίς 9/21 Ὀκτωβρίου τοῦ 2018, τήν 10.44μ.μ. περίπου, κοιμήθηκε ὁ γέροντας Γρηγόριος, ὁ ἐπί 38 ἔτη Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἀγωνιστής μοναχός, χαρισματοῦχος ἡγέτης, φωτισμένος νοῦς μέ κριτικό πνεῦμα, στοργικός πνευματικός πατέρας, δόκιμος χειριστής τοῦ λόγου, ἀνακαινιστής καί νέος κτίτορας τῆς παλαίφατης Μονῆς του.

Ὁ γέροντας Γρηγόριος μαθήτευσε παρά τούς πόδας τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου τοῦ Πατμίου ἀλλά καί τοῦ ὁσίου Φιλοθέου Ζερβάκου, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας Πάρου. Στά 29 του χρόνια ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μυρτιᾶς Αἰτωλοακαρνανίας καί κατόπιν τῆς Μονῆς Προυσοῦ Εὐρυτανίας. Ἀπό τό 1980 ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, μετατρέποντάς την ἀπό ἰδιόρρυθμη σέ κοινοβιακή Μονή. Καί οἱ τρεῖς Μονές πού παρέλαβε βρίσκονταν σέ ἐρειπιώδη κατάσταση, ἰδιαίτερα ἡ τοῦ Δοχειαρίου. Ἐδῶ προσέφερε τόν ἑαυτό του ὁλόκληρο στήν ἀνακαίνιση καί τή σωστή λειτουργία μιᾶς ἁγιορειτικῆς Μονῆς, πράγμα ἐξαιρετικά ἐπίπονο.

Τά μέτωπα πολλά. Ἐμπόδια ἀπανωτά. Ἔσοδα ἀπό πουθενά. Περιουσιακἀ στοιχεῖα ἀνύπαρκτα. Ὑποτιμητικά σχόλια ἀπό παλαιούς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά δέν ἐπιδίωξε γνωριμίες μέ πλούσιους φίλους, πολιτικούς συμμάχους καί ἰσχυρούς μέντορες. Ζοῦσε ταπεινά καί ἀπέριττα μέ τό βρισκούμενο, ὅ,τι εἶχε τό μοναστήρι, καί τά ἐλέη τῶν πιστῶν. Ἕνα μόνο ὑποστηρικτή εἶχε καί ἐκεῖ ἀκουμποῦσε ὅλα τά προβλήματά του: τήν Παναγία τή Γοργοϋπήκοο. Ἦρθε στή Μονή Δοχειαρίου γιατί ἔχει Παναγία, ἔλεγε. Ξεκίνησε νά παιανίζει μέ πολύ πόθο τήν Παράκλησή της, μεταφέροντας στήν ψαλμωδία του νησιώτικα μουσικά ἀκούσματα. Ἀπό τότε ἔγινε ἡ Παράκληση θρησκευτικός θούριος στά στόματα ὅλων, εἰς τά πέρατα ἅπαντα. Ξεκίνησε νά τελεῖ τήν ξεχασμένη ἀγρυπνία πρός τιμήν της. Ἀπό τότε πλήθη προσκυνητῶν συρρέουν στή χάρη της, εὐγνωμονώντας γιά τίς εὐεργεσίες της.

Δύο ἦταν οἱ θαυμαστές ἀποκαλύψεις στή ζωή τοῦ γέροντα: ἡ εὕρεση τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα Ἰωάννου ἀπό τήν Κόνιτσα στήν κρύπτη τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς Προυσοῦ ἐπί ἡγουμενείας του, τό 1974 (ὅπου ἐπί ἑκατόν πενῆντα χρόνια ἦταν θαμμένος) καί ἡ ἀποκάλυψη τῆς παλαιᾶς πρωτότυπης τοιχογραφίας τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου στή Μονή Δοχειαρίου, τό 1997 (πού πάλι ἐπί ἑκατόν πενῆντα χρόνια ἦταν κρυμμένη πίσω ἀπό τή νεώτερη εἰκόνα μέ ρωσική τεχνοτροπία).

Ὁ γέροντας ἔφερε ἀκούσια διά βίου στούς ὤμους του ἕνα μεγάλο σταυρό: τὀ νεανικό διαβήτη, κληρονομιά ἀπό τή μάνα του, ἀπό τά 27 του χρόνια. Στήν ἀρχή προσπάθησε μέ τούς γιατρούς στό νοσοκομεῖο, μήπως μπορέσουν νά τό ρυθμίσουν ἰατρικά. Μάταια ὅμως. Κατόπιν ἀγωνίστηκε νά τό κρατᾶ σέ χαμηλά μέτρα μέ δίαιτα, σωματική ἐργασία καί κίνηση. Πολύ συχνά ὅμως ἀπό τίς στενοχώριες καί τίς εὐθύνες ἀπορρυθμιζόταν. Ἔτσι συνήθισε ὁ ὀργανισμός του σέ ὑψηλές τιμές ζαχάρου. Περίπου τά τελευταῖα 25 χρόνια, ὅταν ἡ μέση του ἄρχισε νά διαμαρτύρεται ἔντονα καί ἡ σωματική του ἐργασία μειώθηκε πολύ, ξεκίνησε νά κάνει ἐνέσεις ἰνσουλίνης, πού ὅμως ἐπέφεραν δυσάρεστα ἀποτελέσματα στήν ὐγεία του. Ἦταν ἕνας διαρκής ἀγώνας, χωρίς ἀνάπαυλα, πού χρειαζόταν ἀφάνταστη ὑπομονή καί ψυχικό σθένος, καί μάλιστα, ἄν σκεφτεῖ κανείς πώς εἶχε ὅλη τήν εὐθύνη γιά τή Μονή πού διοικοῦσε καί τά πρόσωπα πού ποίμαινε.

Δύο πτέρυγες, δίδασκε, ἔχει ὁ μοναχός γιά νά πετάει στά οὐράνια: τή λατρεία καί τή διακονία. Ἡ φροντίδα γιά τή λατρεία καί τήν εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ ἦταν ἀκόρεστη. Ἤθελε καθαρή καί εὐδιάκριτη ἀνάγνωση, σύμμετρη ψαλμωδία καί συμμετοχή ὅλων. Συχνές οἱ λειτουργικές παρατηρήσεις στούς κληρικούς. Μετέδιδε ζωντάνια, σχολίαζε, σ᾽ ἔκανε πάντα πιό προσεκτικό. Στάση ἤθελε καί ὄχι κάθισμα στήν ἐκκλησία. Ὅταν ὅμως ἀργότερα ἄρχισαν μεγάλα ἔργα-ἀνακαινίσεις στή Μονή, πού συμμετείχαμε κατά δύναμιν καί ὑπέρ δύναμιν, δἐν μάλωνε ὅταν κοιμόμαστε στό στασίδι.

Ἦταν ὁ πρῶτος στό Ἅγιον Ὄρος πού κρέμασε καινούργια καντήλια στίς πανηγύρεις τῆς Μονῆς καί τό Πάσχα. Στόλισε τά προσκυνητάρια μέ ἀνακαινισμένες τίς παλιές καί μέ νέες ποδιές. Φρόντισε νά φτιάξει νέα ἄμφια γιά τούς κληρικούς, καλύμματα καί σκεύη τῆς Ἁγίας Τραπέζης, νέα ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια καί ἀργυρούς πολυελαίους. Καί ὄχι μόνο στό Καθολικό τῆς Μονῆς, ἀλλά ἀτέλειωτη φροντίδα κατέβαλε γιά ἀνακαίνιση καί στολισμό ὅλων τῶν παλαιῶν παρεκκλησίων-ἐξωκλησίων καί θεμελίωση νέων. Ὅλα αὐτά πληρώνονταν ὄχι βέβαια ἀπό τό φτωχικό βαλάντιο τῆς Μονῆς -οὔτε γιά ἀστεῖο! Εἶχε ἕνα δικό του τρόπο νά παρακινεῖ ἄλλους νά συμμετέχουν στή λατρεία καί τό στολισμό τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἐδύνατο ἕκαστος, πού δέ μποροῦσαν νά τοῦ φέρουν ἀντίρρηση.

Ὁ γέροντας ἀγαποῦσε τήν κοινή ἐργασία τῶν μοναχῶν, τήν παγκοινιά, στόν κῆπο, στήν οἰκοδομή, στό δάσος, στά ἀμπέλια, στό μαγειρεῖο. Ἔλεγε πώς ἐκεῖ, μπροστά σέ ὅλους, φαίνεται καί ὁ ἐργατικός καί ὁ ράθυμος, καί ὁ ὑπάκουος καί ὁ δύστροπος, καί ὁ πρόθυμος καί ὁ γογγυστής. Ἔτσι, ντρεπόμενος ὁ ἕνας τόν ἄλλον, πιέζει τόν ἑαυτό του καθένας νά δείξει κάτι καλύτερο. Ζήταγε ἀκόμα τήν ὥρα τῆς διακονίας νά τηροῦμε σιωπή, ἔλλογη ὄχι ἄλογη, ὥστε ἡ διακονία νά συμβαδίζει μέ τήν προσευχή. Ὁ ἴδιος ἔλεγε κάποιο ἀστεῖο, πείραζε τό λωλο-Χαράλαμπο, ἤ σχολίαζε κάτι, ἀλλά ἀπό μᾶς ἀπαιτοῦσε ἡσυχία καί σιωπή.

Δίδασκε ὅτι ὁ μοναχός πρέπει νά ἐργάζεται γιά τή συντήρησή του, γιά τή συντήρηση τῆς Μονῆς καί γιά νά ἐλεεῖ τούς φτωχούς. Ἰδιαίτερα ἡ νεότητα θέλει κόπους. Ὁ ἴδιος πρῶτος παρών παντοῦ. Ἀτελείωτες οἱ ὧρες ἐργασίας στή Μονή. Τήν ἑσπέρα «ὁ ἥλιος ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ», ἀλλά ὁ ἡγούμενος οὐκ ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ. Ὅταν τό φῶς τῆς ἡμέρας δέν ἔφτανε γιά νά τελειώσει ἡ δουλειά, ἄναβαν τά λούξ ἀσετυλίνης καί οἱ προβολεῖς αὐτοκινήτων ἤ λάμπες μέ ἠλεκτρογεννήτρια. Ὅταν ἔπιανε τό τσαπί στούς κήπους, ἀλλοίμονο σέ ὅσους ἦσαν κοντά του. Σταματοῦσε μόνο γιά λίγο κολατσό τό μεσημέρι καί μόνο ὅταν τό φῶς ἐγκατέλιπε τό Ἅγιον Ὄρος τή νύχτα. Ὅταν μᾶς καλοῦσε γιά νά μαζέψουμε πέτρες γιά χτίσιμο, δέν προλαβαίναμε νά κουβαλᾶμε στό αὐτοκίνητο τίς πέτρες πού μᾶς ὑποδείκνυε. Ἀεικίνητος νοῦς, πιό γρήγορος ἀπό τήν ἀστραπή, γένναγε λύσεις ἀκούραστα σέ κάθε πρόβλημα. Πρίν τελειώσει μία δουλειά, εἶχε ἕτοιμη τήν ἑπόμενη καί τή μεθεπόμενη στό νοῦ του. Κάθε βράδυ σκεπτόταν πῶς καί ποῦ θά ἀπασχοληθοῦν τήν ἑπομένη οἱ μοναχοί του. Καί κάθε πρωΐ εἶχε ἕτοιμη δουλειά γιά τόν καθένα. Ποτέ δέν ἀναπαυόταν μέ ἀργό μοναχό.

«Πῆρα γριά γυναίκα ἀλλά ὄμορφη», ἔλεγε μεταφορικά γιά τή Μονή Δοχειαρίου. Νησιώτικο μοναστήρι, μέ ἀσβεστωμένους τοίχους, μικρές γειτονιές ἐδῶ κι ἐκεῖ, σαχνισιά καί μπαλκόνια, πεζοῦλες καί καλντερίμια, ἁπλωμένα ὅλα ἀνάλαφρα πάνω στήν πλαγιά τοῦ βουνοῦ. Κάθε γωνιά ξεχωριστή, κάθε μαχαλάς ζωγραφικός πίνακας. Δέν ἄφησε γωνιά πού νά μήν τήν περιποιηθεῖ,. Δέν ἄφησε πεζούλα πού νά μή φυτέψει, νά μή βγάλει τ᾽ ἀγριόχορτα, νά μήν ποτίσει τά νέα βλαστάρια. Πρίν τίς πανηγύρεις, μέ ἀνασκουμπωμένο τό ζωστικό ἔπλενε μέ τό μεγάλο λάστιχο τίς αὐλές, ἀπό τό ἀρχονταρίκι μέχρι κάτω τό μουράγιο. Ὅλα ἔπρεπε νά εἶναι λάμποντα κι ἀστράπτοντα. Πάντα ἤθελε λάστιχα γιά πότισμα στίς βρύσες τῆς αὐλῆς κι ἀλλοίμονο σ᾽ ὅποιον τά ἔπαιρνε γιά ἄλλες χρήσεις.

Γεννημένος καί μεγαλωμένος στήν ὕπαιθρο ἀπό ἀγροτική οἰκογένεια, ἀγαποῦσε τή φύση, τά δέντρα, τά λουλούδια, τά ζῶα, τίς ἀγροτικές δουλιές, τό μαγείρεμα στόν ἔξω φοῦρνο, τήν περιποίηση τοῦ χώρου πού ζοῦσε. Κάποτε ἐπισκέπτης τόν ρώτησε:

– Γέροντα, ἀπό ποῦ εἶσαι;

– Γιατί ρωτᾶς;

– Μήπως εἶσαι Μικρασιάτης; Οἱ Μικρασιάτες ἀγαποῦν καί περιποιοῦνται τό χῶρο τους τόσο πολύ.

– Οἱ παποῦδες μου κατάγονταν ἀπό τήν Ὀδησσό, ἀπήντησε.

Πάντα τόνιζε, αὐτό πού μποροῦμε νά κάνουμε μόνοι μας, νά μήν τό ζητᾶμε ἀπό ἄλλους. Γι᾽ αὐτό, ἔσπρωχνε νά μάθουμε τέχνες ἀπαραίτητες γιά τήν ἀνακαίνιση καί λειτουργία τῆς Μονῆς, ἀφήνοντας ἐλεύθερη τήν πρωτοβουλία τοῦ διακονητῆ στή λεπτομέρεια καί τήν ἀπόδοση τῆς μορφῆς. Δέν ἐνοχλοῦσε μέ παρατηρήσεις, ὅταν ἔβλεπε πρόθυμη διακονία καί ἱλαρά πρόσωπα. Μάλιστα τότε ἦταν πού ἔδινε τήν ἑπόμενη κατεύθυνση, χωρίς νά περιμένει τήν ὁλοκλήρωση τῆς προηγούμενης. Τό παντέφορο βλέμμα του διείσδυε παντοῦ. Διέκρινε τίς ἀνάγκες καί ἔβαζε προτεραιότητες. Ἡ συνεπής διακονία ἐπαινεῖτο πάντοτε διακριτικά ἀλλά σέ τρίτους. Ποτέ στόν ἴδιο ἀδελφό. Ἦταν ὅμως κεραυνοβόλος, ὅταν συναντοῦσε ραθυμία καί προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Ἡ καθυστέρηση τό πρωΐ στήν παγκοινιά, χωρίς ἰδιαίτερο λόγο, συνιστοῦσε «ἔγκλημα καθοσιώσεως»!

Ποιός δέν τόν φοβήθηκε τίς ὧρες ἐκεῖνες, πού οἱ φωνές του ἀκούγονταν μέχρι τό μουράγιο!

Κάθε βράδυ ὅμως μέ ξεκλείδωτη τήν πόρτα τοῦ Ἡγουμενείου δεχότανε καθένα πού ἐρχότανε λίγο νά χαλαρώσει ἤ νά ζεσταθεῖ κοντά στή μοναδική σόμπα πού ἔκαιγε τό χειμώνα, ἤ νά ρωτήσει κάτι. Κάθε βράδυ ρωτοῦσε καθένα (ἄν ἐργαζόταν μακρυά του) πῶς πέρασε τή μέρα, τί ἔφτιαξε, ποῦ ἀπασχολήθηκε. Λίγο τσίπουρο ἤ ἕνα γλυκό πού πρόσφερε ὁ διακονητής, ἕνας ζεστός λόγος, μία διήγηση ἤ ἀναμνήσεις τοῦ γέροντα ἀπό τήν Πάτμο καί τό γέροντα Ἀμφιλόχιο ἤ ἀναγνώσεις, μᾶς ἔκαναν νά ξεχνᾶμε τόν κόπο τῆς ἡμέρας, τίς φωνές, τίς δυσκολίες καί τόν ὄγκο τῆς ἐργασίας πού βλέπαμε μπροστά μας.

Ἦταν κυριολεκτικά δοσμένος στήν ἀδελφότητα. Ὅλα τά ἄλλα ἦταν πάρεργα. Ἐκεῖνες τίς ὧρες, πού συνήθως ἔτρωγε τό βραδυνό του, βλέπαμε ἕναν ἄλλο Γέροντα, τρυφερό καί στοργικό πατέρα, μέ κατανόηση καί συμπάθεια γιά τόν καθένα. Μάλιστα ἐκεῖνες τίς ὧρες τόν ἀκούγαμε συχνά ὅλοι νά μιλᾶ στό τηλέφωνο μέ πνευματικοπαίδια του, (διότι μόνο τότε τόν εὕρισκαν εὔκαιρο) ὅπου ἔδινε προσωπικά συμβουλές, μάλωνε, στήριζε καί ἐνίσχυε τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά μᾶς πεῖ ποτέ: -Περάστε ἔξω, ἔχω κάτι ἰδιαίτερο νά πῶ.

Ἔτσι, μαθαίναμε τόν τρόπο τῆς ποιμαντικῆς του χωρίς διδασκαλία.

Ποίμαινε μέ διάκριση καί ἐλευθερία τούς μοναχούς του, σεβόμενος τόν χαρακτήρα καθενός. Δέν ἔβαζε μπροστά μας καλούπια. Τόνιζε τά ἀγαθά στοιχεῖα καθενός καί ὁδηγοῦσε πρός μίμηση, χωρίς νά ἐπιβάλλει. Ἔδινε μοναχικά πρότυπα ἀπό παλαιούς πατέρες πού εἶχε γνωρίσει ἤ συναναστραφεῖ, χωρίς νά ἀπαιτεῖ τέλεια ἀντιγραφή. Ἤθελε νά βλέπει ἕστω καί μικρή προσπάθεια καί τότε ἔκανε στραβά μάτια σέ ἀνθρώπινες ἑλλείψεις καί ἀδυναμίες. Ἄκουε καί ὑπάκουε στή συνετή κι ἐμπεριστατωμένη γνώμη τοῦ ἀδελφοῦ πάνω στή διακονία του, ἐφ᾽ ὅσον ἐκεῖνος τοῦ γεννοῦσε ἐμπιστοσύνη. Μᾶς μετέδιδε θάρρος, ὅτι ὁ ἀγώνας μας -ὅσο μικρός κι ἄν εἶναι- ἀναγνωρίζεται, γίνεται ἀποδεκτός χωρίς ἐπαίνους καί κούφια λόγια, πάντα ὅμως ἤθελε κι ἄλλο. Ποτέ δέν εἶπε, φτάνει ὅσο ἔκανες. Πάντα περίμενε τό ἑπόμενο βῆμα. Αὐτό μᾶς ἔδινε φτερά νά συνεχίσουμε, χωρίς νά λογαριάζουμε καθόλου τόν ἑαυτό μας. Ρίχναμε τόν ἑαυτό μας στή διακονία τοῦ κοινοβίου, χωρίς θέλω, νομίζω, ἔχω τή γνώμη, κουράστηκα, κρυώνω…

Ἀκόμα, δέν ἐφείδετο νά μαλώσει μεγαλύτερους ἀδελφούς μπροστά σέ νεώτερους, ὁσάκις τό ἔκρινε δίκαιο, ἤ νά ὑπερασπιστεῖ νεώτερο μπροστά σέ παλαιότερο ἀδελφό, πράγμα πού μᾶς ἐφιστοῦσε τήν προσοχή, ὅτι κι ὅταν γίνεις παλαιότερος, μήν πάψεις νά προσέχεις. Ὅταν μεγαλύτεροι ἀδελφοί τοῦ μιλοῦσαν ἰδιαίτερα γιά θέματα διοίκησης τῆς Μονῆς παρουσίᾳ νεωτέρων, δέν ἀπαντοῦσε σιγανά, μήν ἀκούσουν οἱ νεώτεροι, ἀλλά μέ παρρησία καί ἄφοβα εἰς ἐπήκοον ὅλων.

Στήν Τράπεζα μιλοῦσε συχνά γιά τήν ἀπαλλαγή τῶν παθῶν, τά ὁποῖα ἀνέλυε μέ θαυμαστή λεπτομέρεια καί μάλιστα πάντοτε μέ εἰκόνες ἀπό τήν καθημερινή ζωή καί τή φύση ἀλλά καί μέ τήν ἀθυροστομία τοῦ νησιώτη. Ἡ ὁμιλία ἄρχιζε γλαφυρά μέ κάποια παλιά ἱστορία ἤ ἕνα φυσικό γεγονός καί ὅλοι ἀναρωτιόμαστε ποῦ θά καταλήξει, ποῦ θά σύρει τό λόγο, γιά ποιόν χτυπᾶ ἡ καμπάνα σήμερα. Μήπως γιά μένα; Ἔχτιζε τόσο ὄμορφα τό λόγο, πέτρα-πέτρα, πού δέν ἄφηνε περιθώρια ἐρωτήσεων ἤ κενά ἀναπάντητα, χωρίς ποτέ νά θίγει δημόσια κανέναν. Ὅποιος εἶχε παρασυρθεῖ σέ λάθος, ἤ στήν διακονία ἤ στήν ἐξομολόγηση, καταλάβαινε μόνος του γιά ποιόν τά λέει. Ἔδειχνε τό δρόμο γιά τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση, πάντοτε ἀποδεχόμενος τόν εἰλικρινῶς μετανοοῦντα, κάθε Σάββατο στό Ἡγουμενεῖο, καί δίς καί τρίς καί ἑβδομηκοντάκις ἑπτά.

Διακριτικά καί προσεκτικά παρακινοῦσε στήν προσευχή, ὄχι ὅμως εἰς βάρος τῆς διακονίας. Δέν θά προσεύχομαι ἐγώ στό κελλί μου, ὅταν οἱ ἄλλοι διακονοῦν, διότι «μείζων πασῶν ἀρετῶν ἡ ἀγάπη». Ὅταν οἱ κόποι ὑπερῆρον τάς κεφαλάς ἡμῶν, δέν μάλωνε γιά τήν ἀμέλεια στήν προσευχή, ἤ στό «μέ πῆρε ὁ ὕπνος». «Τό ἐρειπωμένο μοναστήρι ἔχει ἀνάγκη τή διακονία ὅλων. Ἀργότερα θά βροῦμε ὥρα γιά προσευχή», ἔλεγε.

Κατά τήν ἵδρυση τοῦ γυναικείου Μετοχίου στό Σοχό Λαγκαδᾶ κάθε μέρα μπροστά ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Διάλεγε τίς πιό ταπεινωτικές δουλιές, νά σκουπίζει καί νά καθαρίζει μέ σκεπάρνι τά ξύλα ἀπό τίς πρόκες. Χιλιάδες πρόκες… – Ποιός κάρφωσε τόσες πρόκες;

Ἐκεῖνος ὅμως σκεφτόταν τά ἑπόμενα βήματα. Μέ καθαρό νοῦ ἀπαντοῦσε στίς ἐρωτήσεις τῶν μαστόρων περί τοῦ πρακτέου, χωρίς νά μᾶς ἐπιβαρύνει ἐκ τῶν προτέρων μέ τόν ὄγκο τῆς δουλειᾶς πού ἀπαιτεῖτο. Κάθε φορά χάραζε τόν ἑπόμενο στόχο, ἀνάλογα μέ τό χρόνο καί τίς δυνατότητές μας. (Κάποιοι πού δέν ἄντεξαν στό πρόγραμμά του ἀναχώρησαν…) Οἱ κόποι γιά ἕνα κοινό σκοπό ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους. Ὅλοι χαιρόμαστε σήμερα κι ἀπολαμβάνουμε τούς κόπους ἐκείνους, ἐνθυμούμενοι τήν ὑπερβολική πίεση στόν ἑαυτό μας, κάποιες στιγμιαῖες ἐσωτερικές ἀντιδράσεις, ἀλλά καί εὐχάριστες στιγμές πάνω στή δουλειά, ἀδελφικά πειράγματα, σκωπτικές φιλοφρονήσεις(!), τίς ἀγελάδες τοῦ Νικόλα τοῦ γείτονα πού γκρέμιζαν τά ὑπαίθρια κουζινικά μας, καί τόσα ἄλλα… Πάντα ὅμως τή μορφή τοῦ γέροντα δίπλα μας, σάν τή κλῶσσα πού ταΐζει, προστατεύει καί φροντίζει μέ κάθε τρόπο τά πουλιά της!

Στήν Ἱερά Κοινότητα (δηλαδή στίς Διπλές Συνάξεις) ἡ παρουσία του ποτέ δέν πέρναγε ἀπαρατήρητη. Ρωτοῦσαν σιγανόφωνα κυτάζοντας δεξιά κι ἀριστερά: – Ἦρθε σήμερα; Πάντοτε μέ τό ἀστεῖο, μέ τό πείραγμα καί μέ τήν ἐπιμονή του ἔδειχνε τό δρόμο πού θεωροῦσε σωστόν, ἀκόμα κι ἄν πήγαινε ἀντίθετα στό ρεῦμα τῶν πολλῶν ἤ στό κύρος παλαιότερων γεροντάδων. Μέ σθένος καί διακριτικότητα δέ δίσταζε νά θίξει τά κακῶς κείμενα εἴτε ἐνώπιον πολιτικῶν εἴτε ἐνώπιον ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Πολλές φορές ἔβγαλε τό ἱερό Σῶμα ἀπό δύσκολες καταστάσεις, μεταβάλλοντας τή γνώμη τῶν ἀντιθέτων. Ἦταν ἀπό ὅλους σεβαστός (ἀκόμα καί ἀπό ἐκείνους πού δέ συμφωνοῦσαν μαζί του) γιά τή σύνεση, γιά τή συνέπειά του στήν τάξη καί τά προνόμια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τούς ἀτελείωτους κόπους στή Μονή του καί γιά τόν ἄφοβο καί τολμηρό χαρακτήρα του.

Τά τελευταῖα πέντε χρόνια πού ξεχείλισε τό ποτήρι τῆς ἀνομίας στήν χώρα μας, πού τό ἀνήθικο, τό πρόστυχο, τό ἄσεμνο, τό ἁμαρτωλό ἔγινε νόμος τοῦ κράτους, ὁ γέροντας ἀποφάσισε νά διαμαρτυρηθεῖ δημόσια, στέλλοντας πύρινα γραπτά ἄρθρα στό διαδίκτυο. Δέ θά προδώσουμε τήν πίστη τῶν πατέρων μας. Δέ θά ποδοπατήσουμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Δέ θά ξεπουλήσουμε τήν ἱστορία μας, βροντοφώναξε. Πολλοί στηρίχτηκαν μέ τό λόγο του καί δόξασαν τό Θεό πού ἀκούστηκε φωνή ἀντίδρασης ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Κάποιοι τά φωτοτύπησαν καί τά δίνουν σέ ἄλλους δωρεάν.

Τέλος, ὅταν τό σαρκίο του ἀσθένησε ἕως θανάτου (καί πρίν ἀσθενοῦσε συχνά, ἀλλά τήν ἑπόμενη τόν βλέπαμε ὄρθιο νά κατευθύνει, σά νά μή συνέβη τίποτα τήν προηγούμενη) εἴδαμε τό Γέροντα νά ὑπομένει τόν πόνο καθημερινά μέ ἀτελείωτη ὑπομονή καί ἀντοχή, χωρίς νά ἐκνευρίζεται πρός τούς διακονητές, χωρίς νά ἀπαιτεῖ εἰδική τροφή ἤ περιποίηση, χωρίς νά ζητᾶ ἰατρικές γνωματεύσεις ἤ γιατί αὐτό τό φάρμακο κι ὄχι ἐκεῖνο.

Συχνά ἐξωμολογεῖτο μπροστά μας ἤ ἐνώπιον κοσμικῶν λάθη ἤ παραλείψεις του. Εἶχε ἀφήσει ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό του μέ κάθε ἐμπιστοσύνη σά μικρό παιδί στά χέρια τοῦ διακονητῆ ἰατροῦ, πού τόν συνόδευε ὑπέρ τήν εἰκοσαετία ὡς ἄγγελος στά προβλήματα τῆς ὑγείας του καί τοῦ ἀδελφοῦ νοσοκόμου.

– Γέροντα, θά πᾶμε στόν Παράδεισο; τόν ρωτήσαμε τίς τελευταῖες μέρες του.

– Ἐγώ ἀποκλείεται, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλός. Ἐσεῖς θά πᾶτε.

– Εὐχαριστοῦμε, γέροντα. Πρέσβευε γιά μᾶς στόν Κύριο. Καλή ἀντάμωση στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ.

πηγή: trelogiannis.blogspot.com

Source link

Είναι κάτι το άφθαστο (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης)


Είναι κάτι το άφθαστο (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης) | Διακόνημα


20151209-1
Σκοπός του ενάρετου βίου είναι η εξομοίωση προς το Θεό. Όμως αυτό που είναι χωρίς πάθη και καθαρό, ξεφεύγει εξολοκλήρου την απομίμηση από τους ανθρώπους. Γιατί είναι εντελώς αδύνατο να εξομοιωθεί η εμπαθής ζωή προς τη φύση που δεν επιδέχεται πάθη. Αν όμως μόνο ο Θεός είναι μακάριος, όπως λέει ο Απόστολος (Α’ Τιμ. 6,15), κι η συμμετοχή του ανθρώπου στη μακαριότητα γίνεται με την εξομοίωση προς τον Θεό, τότε η μίμηση είναι αδύνατη. Συνεπώς η μακαριότητα είναι κάτι το άφθαστο για τον άνθρωπο. Κι όμως, υπάρχουν ορισμένες ιδιότητες του Θεού που μπορούν, όσοι θέλουν, να τις μιμηθούν. Ποιές είναι αυτές; Νομίζω ότι ο Κύριος ονομάζει πτωχεία του πνεύματος τη θεληματική ταπεινοφροσύνη.

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης

‘;
jQuery(‘body’).append(html);
jQuery(“#tmp_popup_”+post_id).show();
}
});
}

Source link

20 Νοεμβρίου ΓΙΟΡΤΗ: Άγιος Γρηγόριος Δεκαπολίτης – Προσευχές για λύσιμο μαγείας και υγεία

20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΓΙΟΡΤΗ: Τη μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου γιορτάζει αύριο Τρίτη 20 Νοεμβρίου, προεόρτια της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου η Εκκλησία μας. Ο Όσιος Γρηγόριος έζησε τον 9ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Ειρηνόπολη της Δεκαπόλεως. Τη χριστιανική ανατροφή του όφειλε πρώτα στη μητέρα του Μαρία, η οποία, με τη ζωντανή της πίστη στο Χριστό, ανέθρεψε το γιο της σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου.

Γιορτή σήμερα: Ο Γρηγόριος έγινε μοναχός και αγωνιζόταν έντονα για ηθική τελειοποίηση. Εκείνο που ιδιαίτερα τον διέκρινε, ήταν η καλλιέργεια της εγκράτειας στον εαυτό του.

Τη θεωρούσε απαραίτητη για την καθαρότητα του νου και την ηθική κυριαρχία στη σάρκα. Και σε όσους τον ρωτούσαν γιατί δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σ’ αυτή την αρετή, απαντούσε με τον αιώνιο λόγο της Αγίας Γραφής:

«Πᾷς ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον» (Α’ προς Κορινθίους, θ’ 25). Καθένας, δηλαδή, που αγωνίζεται, εγκρατεύεται σε όλα, ακόμα και στην τροφή και στο ποτό.

Εισόδια της Θεοτόκου – 21 Νοεμβρίου: Τι είναι το έθιμο με τα πολυσπόρια

Και εκείνοι μεν, οι αθλητές του κόσμου, αγωνίζονται και εγκρατεύονται για να πάρουν στεφάνι που φθείρεται. Εμείς όμως, οι αθλητές του Χριστού, αγωνιζόμαστε για άφθαρτο στεφάνι.

Ο Γρηγόριος όμως δεν αρκέσθηκε μόνο στη μοναχική ζωή. Μετείχε από κοντά στους σκληρούς αγώνες κατά των εικονομάχων βασιλέων.

Η μνήμη του τιμάται στις 20 Νοεμβρίου.

Έκανε πολλά ταξίδια και τελικά εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, στη Μονή του Αγίου Μηνά. Επιδόθηκε σε συγγραφές και πέθανε από βαριά αρρώστια στην Κωνσταντινούπολη το 816 μ.Χ.

Διαβάστε εδώ: Ευχές του Αγίου Γρηγορίου Δεκαπολίτου για λύσιμο μαγείας και υγεία

 

Εκκλησία Online

Αξιολόγηση επισκεπτών

5
(4 ψήφοι)

Source link

Όταν ο Ηγούμενος της Ι.Μ. Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη

Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΠΑΤΗΡ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΠΑ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΝ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗ.

Ό τραχύς στην γλώσσα καί τρυφερός στους τρόπους

Τό 1967, με τις ευλογίες του γέροντα Άμφιλοχίου του Πατμίου, τρεις αδελφοί έπισκεφθήκαμε το Αγιον ’Όρος. Μια παλιά γνωριμία μάς έφερε στην κέλλα του μοναχού Παϊσίου. Του ζητήσαμε να μάς υπόδειξη κάποιους πνευματικούς ανθρώπους να ακροασθούμε λόγον αγαθόν. Αποκρίθηκε:

– Ό λόγος πού βρισκόμαστε σ’ αυτήν την έρημο είναι ή ησυχία καί ή αφάνεια.

Αλήθεια είναι πώς δεν είχε αρχίσει ακόμη ό αλληλοθαυμασμός μεταξύ των Γεροντάδων, πού είναι καθαρό προϊόν ευσεβισμού: «Εκεί υπάρχει λύκος· μη περάσεις. Πιο ’κει βόσκουν πρόβατα· πλησίασε άφοβα». Έτσι, έμπασαν οί κελλιώτες Γεροντάδες μοναχούς σε μοναστήρια πού δεν πλησίαζε άνθρωπος.

Άπό άλλον νεώτερο μοναχό πληροφορηθήκαμε πώς στα Κατουνάκια υπάρχει ιερομόναχος πού κάνει τον αγώνα του, χωρίς να γίνεται καθόλου λόγος για προορατικά, προφητικά καί θαυματουργικά χαρίσματα. Καλογερικές κουβέντες: «Αγωνίζεται».

Ψάχνοντας τον Έφραίμ, βρεθήκαμε στά Κατουνάκια. Ή αδελφότητα των Δανιηλαίων είναι άπό παλιά ένα καλό στέκι, γιά νά φέρη κανείς γυροβολιά τήν «έρημο», όπως χαρακτηρίζονται εκείνα τα βραχώδη τόπια του ’Άθωνα. Στην συνοδία αυτήν ό μετά τον Γέροντα πατήρ Μόδεστος ξεχώριζε για τό ιλαρόν του προσώπου, τήν ακακία του τρόπου του καί τήν απλότητα τής καρδιάς. Αργότερα, πού έγινε Γέροντας του Κελιού, αυτά έγιναν εμφανή και επίσημα στολίδια στο πρόσωπο του πατρός Μοδέστου. Ήταν καί αυτός γνήσιο παιδί τής αθωνικής πολιτείας. Ό απλός καί ανεπιτήδευτος λόγος του ήτανε νάμα Χάριτος. Τό χέρι του τό ασπαζόσουν όπως του Χριστού καί τής Παναγίας στις άγιες εικόνες. Έφερνε καί αυτός σεβαστικά τό ψωμί στο στόμα του σαν τούς παλιούς ανθρώπους. Μειδιούσε σαν παιδί καί σοβαρευότανε σαν μεγάλος μέσα στήν ελαχιστότατα του. Μιλούσε όχι από καθέδρας, άλλ’ από τον σκίμποδα του αγιορείτου μαθητού.

Σπάνιες χάρες σήμερα. Που «γεροντισμός» στον γέροντα Μόδεστο καί «σοβαρότητα» ικανού διδασκάλου; Μιλούσε, καί ρόδιζε τό πρόσωπό του σαν ντροπαλή παιδίσκη.

«Κύριε, μη μάς στερήσεις από τήν παρουσία τους. Δίνε μας πάντα τέτοια “κάντρα”».

Κι άλλη μια συνοδεία μάς εγκαρδίωσε: του γέροντα Χριστόδουλου. Τό Κελί βρισκότανε κάτω από τούς Δανιηλαίους προς τα Καρούλια. Ό Γέροντας κι ό υποτακτικός μάς υποδέχθηκαν στήν αληθινή άετοφωλιά τους σαν παλιούς γνώριμους. Εκείνο πού άβίαστα διέκρινες ήταν ό αλληλοσεβασμός μεταξύ τους· ήταν άλλωστε καί οί δύο ήλικιωμένοι.

Ό καθένας κοίταζε να κρυφτή πίσω από τον άλλον, γι’ αύτό φαίνονταν καί οί δύο. Μόνον ό Γέροντας, χωρίς να τον διορθώνη ό υποτακτικός, συνομιλούσε, να μη χαλάση τήν ήσυχία του τόπου. Είχαμε ένα κοινό σημείο επαφής. Αυτό ήταν ό θαυμασμός μας στον όσιο Χριστόδουλο τον Λατρινό.

Μιλούσε ό Γέροντας για τον Όσιο, από τήν Λίμνη τής Εύβοιας πού καταγότανε. Καί εμείς πάλι για τον ‘Όσιο συνδιαλεγόμεθα, από τήν Πάτμο πού προερχόμαστε. Όμορφες ανοιξιάτικες συναντήσεις, πετροκότσυφες καί αηδόνια, στις βραχώδεις παρυφές του ’Άθωνα.

Τον ρωτήσαμε για τους «ζηλωτές». Απήντησε ευθέως:

-Εμείς, παιδί μου, είμαστε αγράμματοι άνθρωποι. Τό έργο τής ζωής μας είναι ή προσευχή καί ή λατρεία. Ή ευθύνη είναι των κρατούντων στην Εκκλησία καί των μορφωμένων κληρικών καί λαϊκών. Εμείς ακολουθούμε την Εκκλησία. Ακούμε πολλά. Σφίγγεται ή καρδιά μας. Ό Θεός νά μάς έλεήση.

Αποτέλεσμα εικόνας για εφραιμ κατουνακιωτης

Αύτή ήταν ή μία πλευρά τών Κατουνακίων. Στην άλλη φθάσαμε, όταν οί καυτές ακτίνες του ήλιου -ήταν τέλος του μήνα θεριστή- έγλειφαν τις τελευταίες νοστιμιές τών βράχων. Προχωρημένο απόβραδο φθάσαμε στήν καλύβα του Όσιου Έφραίμ. Μέσα σέ θαμπό φώς διεκρίνετο ή φιγούρα του Γέροντα. Υψίκορμος καί δεμένος όπως ήτανε φάνταζε σαν γερασμένος κορμός πλατάνου. Αργότερα μου διηγείτο:

-Καί τις τέσσερις πεζούλες του κήπου μας τις έσκαβα μόνος μου μέ τό δικέλλι. Τώρα προτείνω στους υποτακτικούς να πιάση ό καθένας από μιά πεζούλα να σκάψη καί μου καμώνονται πώς δέν μπορούνε (άλλος έχει τήν μέση του, άλλος τά χέρια του) καί ζητάνε φρέζα.

-Παιδιά μου, ή μηχανή θά καταστρέψη τήν ήσυχία του τόπου.

– Όχι, Γέροντα· να πάρουμε φρέζα.

-Έ, πάρτε καί χέζα να ήσυχάσετε.

Ό παπα-Έφραίμ εκείνα τά χρόνια δέν ήταν όνομα μεγάλο στον ’Άθωνα. Κάποιοι δειλά-δειλά σιγοψιθύριζαν γιά τήν αξία του λόγου του. Μέχρι καί τό ’78, πού ζητήσαμε από
γείτονά του να μάς δείξη τό μονοπάτι πού οδηγεί στήν κέλλα του, μάς είπε:

-Έχω ακούσει πώς έχει καλή διδαχή καί έχω λογισμό να τον έπισκεφθώ.

Ό Γέρων εκείνο τό ευλογημένο βράδυ μάς υποδέθηκε μέ περισσή καταδεκτικότητα. Μάς οδήγησε στην εκκλησία καί ξοπίσω του ακολουθούσε γέροντας ξυπόλυτος, πού φαινόταν τα γηρατειά να του σκόρπισαν τον νου καί είχε απόλυτη εξάρτηση από τον παπα-Έφραίμ. ‘Όταν του συστηθήκαμε πώς είμαστε θεολόγοι, μάς κοίταξε μ’ ένα μειδίαμα συμπάθειας πού μάς προσγείωσε αμέσως. Βρε τί μάθαμε στο σχολειό καί τί πάθαμε στην έρημο! Ήταν φοβερό: εμείς τα είκοσιπεντάχρονα παιδαρέλια να συστηνώμαστε θεολόγοι σ’ ένα λευκασμένο Γέροντα τής έρημου! Πήραμε μάθημα δυνατό καί τό κρατώ ακόμη:

– Καλά μου παιδιά, θεολόγος είναι αυτός πού όμιλεί μέ τον Θεό καί όχι αύτός πού σπουδάζει θεολογία.

Ό γέρος μάς άφησε να επιστρέφουμε στούς Δανιηλαίους καταγοητευμένοι. Φορτίσαμε τό είναι μας από την σκηνή τής έρημου καί ήταν αλήθεια, γιατί καί αργότερα, οσάκις τον απαντήσαμε, φορτωμένοι φύγαμε από τον παπα-Έφραίμ.

Είχε μια άληθινότητα καί στον τρόπο καί στον λόγο του. Κάθε φορά πού βρισκόμουν στο Κελλί του ακουμπούσε τό ξεροδερμάτινο μάγουλό του στο δικό μου καί έλεγα καθ’ εαυτόν: «Μη παραδοξής· παίρνεις Χάρη καί δίνεις αμαρτία». Θυμόμουνα πώς ό αββάς Ζωσιμάς φίλησε την όσια Μαρία στο κατάξερο στόμα της, για να πάρη Χάρη.

‘Όταν πνευματικός του αδελφός του έμπιστεύθηκε: «Θά υπάγω στο νησί μου να αφυπνίσω τον μοναχισμό· αν δεν τό πετύχω, θά πετάξω τά ράσα», γιά χρόνια δεν μπορούσε να τό διασκεδάση.

-Επιτέλους ποιοι είμαστε, ακόμα καί τον Θεόν να απειλούμε; Είναι ασέβεια, άγιε καθηγούμενε, καί μόνον πού τό συλλογισθήκαμε, όχι να τό λέμε κιόλας.

Καί αργότερα έλεγε:

-Μέ την άξιωσύνη πού του έδωσε ό Θεός κάτι πέτυχε.

Αλλά καί ό διάβολος μερίδα μεγάλη κράτησε γιά τον έαυτό του. Ακούστηκαν πολλά καί έφυγε διωγμένος.

‘Όταν τον ρώτησα για θέματα έξομολογήσεως, μου ομολόγησε πώς εκείνος ποτέ δεν μελέτησε Κανόνες, γι’ αύτό δεν εξομολογεί.

-Τό έργο που καλλιέργησα εδώ που κάθομαι είναι ή προσυεχή.

Ρώτησα:

-Να διαλεχθώ με άλλους ήγουμένους καί Γεροντάδες;

Καί μου άποκρίθηκε:

-Ούδαμώς. Να κράτησης ότι παρέλαβες από τους γέροντες Φιλόθεο καί Άμφιλόχιο. Καί εγώ αύτά θά κρατήσω.

Ένώ ήταν άνθρωπος τής προσευχής, δίδασκε την ύπακοή:

-Γίνου πτυελοδοχείο, καθίκι του Γέροντά σου.

Άναφερόμενος στον εαυτό του, έλεγε:

-Τριάντα δύο χρόνια έκανα υποτακτικός στον γέροντα Νικηφόρο, ό όποιος «έχανε». Τον παρακαλούσα να φέρουμε με λίγες σωλήνες τό νερό στο Κελλί, γιατί «τα χρόνια πέρασαν καί δεν μπορώ να τό κουβαλώ από τόσο μακριά».

-Οχι -ο Γεροντας- αυτή είναι ή καλογερική.

Τό τρίπτυχο τής διδαχής του ήταν: « από τήν ύπακοή ή προσευχή καί άπό τήν προσευχή ή θεολογία».

-Κάποτε έργοχειροϋσα, σκάλιζα σφραγίδες, καί συγχρόνως μαγείρευα. Πέρασε ό αδελφός καί μου λέγει:

«Κοίταξε τό φαγητό». Κι ένώ βρισκόμουνα σέ ώρα Χάριτος, δεν υπάκουσα τον αδελφό. Καί την προσευχή έχασα καί τό φαγητό έκαψα. Στην ύπακοή στεκόταν ό γέροντας Έφραίμ, ώς την βάση του μονήρους βίου.

-Στον μοναχισμό τα πάντα στήν ύπακοή στηρίζονται.

Άπό ’κει αρχίζει ή πνευματική ζωή καί εκεί τελειώνει. Οί Γεροντάδες του ήταν απλοί άνθρωποι. Είχαν εργόχειρο τήν ψαρική. Παρ’ όλο πού δεν διέθεταν αυτά πού ζητούσε ό παπα-Έφραίμ, παρέμεινε στήν ύποταγή καί διακονία των Γεροντάδων, έχοντας σύμβουλο στα πνευματικά καί τον πατέρα Ιωσήφ, τον επιλεγόμενο σπηλαιώτη.

Κάποτε λογισμοί φυγής καί άπελπισίας τον κατέλαβαν. Βγήκε έξω καί κάθισε στο πίσω μέρος τού Κελιού με εμφανή τήν θλίψη στο πρόσωπο. Περαστικός μοναχός τού ρίχνει τό πεπυρωμένο βέλος τής αμφιβολίας:

-Έφραίμ, μη νομίζης πώς μόνον τό τζάκι τής καλύβας τού Όσιου Έφραίμ καπνίζει. Έχει καί άλλα τζάκια πιο φωτεινά.

Αμέσως συνήλθε άπό τον χαλασμένο λογισμό καί έπεστρεψε στήν καλύβα των πατέρων του.

Ό λόγος του ήταν πάντοτε μέσα άπό τήν προσευχή βγαλμένος καί όχι άπό ακούσματα καί άναγνώσεις. Γι’ αυτό ήταν πάντα καθαρός καί οίκοδομητικός. Ήταν λαλιά πού λάμβανε από τήν προσευχή καί όχι από τις ανεύθυνες κουβέντες των περίεργων. Κάποια φορά τον ρώτησε καθηγητής, πού έπαιρνε μέρος στούς θεολογικούς διαλόγους με τούς ετεροδόξους, αν πρέπη να συμμετέχη. Ό παπα-Έφραίμ ασυζητητί τον προέτρεψε να μη παύση να συμμετέχη, άλλα ό λόγος του να είναι σαφής καί ζωντανός, γιατί με τα μεσοβέζικα καί αυτοί μπερδεύονται καί εμείς σύγχυση λαμβάνουμε.

Τούς προσερχομένους ήκουε με πολλή προσοχή. Γιά τον παπα-Έφραίμ εκείνη τήν ώρα ύπήρχε μόνον ό συνομιλητής του στον κόσμο καί κανένας άλλος. Συνεσταλμένα του έλεγε
κάποια πράγματα, γι’ αυτό εν κατακλείδι συνιστούσε παράκληση στην Παναγία την Γοργοϋπήκοο:

-Άς αφήσουμε καί την Παναγία να μιλήσει.

Έτσι, κάθε μέρα, επιστρέφοντας τό καράβι από την Δάφνη, αποβίβαζε προσκυνητές για παράκληση στην Παναγία. Πέθανε ό παπα-Έφραίμ, τελείωσε αυτός ό τρόπος ευαγγελισμού του κόσμου. Οί σημερινοί Γεροντάδες είναι τόσο αύτάρκεις, που δεν χρειάζεται ή Παναγία! Τα γνωρίζουν όλα καί τα μπορούν όλα!

Οταν του ζήτησαν να ήγουμενεύση στην Μεγίστη Λαύρα, μετά την κοινοβιοποίηση τής Μονής, αγχώθηκε πολύ. Πίστευε βαθιά πώς οί ηγούμενοι κρατούν τό ’Όρος, είναι ή αρχή του τόπου. Οταν έβλεπε ήγούμενο, από μακριά μετάνιζε.

Θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο καί πολύ λίγο γιά μιά τέτοια θέση. Προσευχήθηκε θερμά στην Παναγία καί πήρε πληροφορία να μείνη στην καλύβα του. Τον ρώτησα πώς εννοεί την πληροφορία καί μου απήντησε:

-Ευθύς πού είπα «όχι», ξελάφρωσα έφυγε μεγάλο βάρος από την καρδιά μου.

Ό παπα-Έφραίμ δεν παραμύθιαζε κανένα. Ούτε «είδα» ούτε «άκουσα την Παναγία».
Είχε χαρίσματα ό γέρος, χωρίς να τά κάνη σημαιάκια. Τό ’78 ζητήσαμε την μονή Δοχειαρίου. Ήταν αρνητικοί από τον Πρώτο του ’Όρους μέχρι τον πολιτικό διοικητή καί την πατριαρχική Εξαρχία. Μόνον ό παπα-Έφραίμ έλεγε:

-Ή Παναγία έσάς θέλει. Θά άργήση, αλλά θά άνοιξη ή πόρτα.

-Γέροντα, επτά αδελφότητες ζητούνε την Δοχειαρίου εμένα θά προτιμήσουνε;

-Εσένα θέλει ή Παναγία. Τό ’80 κοινοβιάσαμε στο μοναστήρι.

Οταν τα Χριστούγεννα τού ’78 συνείκασε τήν ανέχεια τού μοναστηριού αδελφός, έδειλίασε καί, πνιγμένος στους λογισμούς τής φτώχειας, έπισκέφθηκε τον παπα-Έφραίμ. Ευθύς ώς άντίκρυσε τον Γέροντα, εκείνος τον έπέπληξε:

– Όχι χρήματα, πάτερ Γαβριήλ. Τό μοναστήρι έχει τήν Παναγία. Αύτή τα καλύπτει όλα.

Σε κάποια άλλη συνάντηση είχα μαζί μου δύο δοκίμους. Σε μια στιγμή φώναξε:

-Αυτός είναι δικός σου.

Γιά τον άλλον σιώπησε. Έτσι κι έγινε. Ό ένας είναι σήμερα παπάς στο μοναστήρι κι ό άλλος έγγαμος στον κόσμο.

Πειρακτικά τού είπα:

-Γιατί χτυπάτε πόρτες πού δεν ανοίγουν στ’ αλήθεια;

Μου άποκρίθηκε:

-Και ό γείτονας να άκούση κέρδος τό έχουμε. Ποτέ δεν ζητούσε υπερβολές. ’Ήθελε όμως αύτό τό λίγο πού κάνεις να τό ενεργής κάθε μέρα. Ποτέ να μη μένης ατείχιστος από προσευχή.

Επίσης, είχε σαν πληροφορία τήν εύωδία ή τήν δυσωδία. Κάποια περίοδο άσθενείας του προθυμοποιήθηκε ίερεύς να τού λειτουργή. Στο κλείσιμο τής έβδομάδος είσήλθε στο άγιο Βήμα καί ώσφράνθηκε βρώμα αφόρητη. «Κύριε, τί έγινε; Εμένα τό Ιερό μου μοσχομύριζε». Κάλεσε τον παπά στο πετραχήλι.

-Άν έχουν έτσι τα πράγματα, γιατί βεβηλώνεις καί μαγαρίζεις τό Θυσιαστήριο;

Καί άλλη μαρτυρία: Τον ρώτησαν τί είναι ή μασονία.

-Τί να πούμε εμείς; Πάρτε τό κομποσχοίνι να μιλήσει ό Θεός. Μετά τούς πρώτους κόμπους έξήλθε βρώμα.

Καί άλλοτε σέ άλλη ερώτηση ώσφράνθηκαν εύωδία Χάριτος.

Είχε νουν Χριστου ό Γέροντας. Κάποτε πήγε στο χωριό του. Στήν γωνιά τής εκκλησιάς βρήκε πεταμένη την παλιά κολυμβήθρα, στήν οποία είχε βαπτισθή. Τήν αγκάλιασε και την τραγούδησε σάν τήν μάννα πού έσωσε από τήν απώλεια τό παιδί της. Ποιος σκέφθηκε ποτέ να τό κάνη αυτό: να άσπασθή τήν κολυμβήθρα του; Δεν ήθελε επ’ ούδενί να φεύγη ό μοναχός από τό μοναστήρι του:

-‘Όπως καί να έχουν τά πράγματα, περιχαρακώνεται με τήν έπίβλεψη του Γέροντα καί των αδελφών. Έκανε κάποιες προσευχές· μόνος του τίποτα. Ό άνθρωπος είναι όπως τά ζωντανά. Θέλει αγελαδάρη γιά να προχωρήση.

Οί κουβέντες του ήταν ωμές καί αληθινές σάν τό χωριάτικο ψωμί. Έλεγε τά πράγματα μέ τό όνομά τους, χωρίς να φοβάται να χρησιμοποιήση λέξεις πού θεωρούνται κακές.

Ήταν πολύ τίμιος μέ τον εαυτό του καί μέ ό,τι έπαγγέλλετο.

-Κάνεις πανηγύρι στο Κελλί σου, πάτερ Έφραίμ;

-Τά δικά μας τά Κελλιά λέγονται ξεροκάλυβα. Τό πρόγραμμα είναι ήσυχαστικό. Ούτε γιορτάζουμε ούτε σέ πανηγύρια πηγαίνουμε.

Δέν έβαζε μέριμνα στις γιορτές γιά ψάρια, ψάλτες καί δεσποτάδες· ούτε γιά κειμήλια καί θησαυρούς. Τό απέριττο, τό φτωχό, τό άπλό ήταν ό πλούτος τής καλύβης τού Όσιου Έφραίμ.

-Καμιά φορά στούς γείτονες Δανιηλαίους πηγαίνουμε, γιατί σ’ όλους εδώ γύρω στις δυσκολίες μάς συμπαραστέκονται.

Στήν παράκληση:

-Πές, άββά, λόγον αγαθόν.

Πάντοτε ξεκινούσε:

– Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο άπελέκητο.

Τό «αγράμματος» τό ώμιλούσε μέ έμφαση, γιά να άκουστη καλύτερα. Τα ολίγα πού έλεγε ήταν ευαγγελικά, πατερικά.

Έμοιαζαν με την ρητίνη πού βγαίνει από τον κορμό του δένδρου Οταν τό τραυματίσης. Τίποτε δεν ήταν φερτό. Ολα ήταν πηγαία, βγαλμένα από τα βράχια των Κατουνακίων. Στούς μικρούς μοίραζε ανεμώνες, άλλα στούς μεγάλους καί έπηρμένους προσέφερε κάτι αγκάθια, πού τρυπούσαν καί τις πιο σκληρές καρδιές. Καί τό αγκάθι τό πετούσε εντελώς απρόοπτα, για να είναι αφυπνιστικό. Τήν ώρα πού θαύμαζες τον λόγο του κι έκανες σκέψεις υψηλές για τό πρόσωπό του, σου πέταγε τ’ ακόντια καί τα βέλη. Περιέφερες ερευνητικά τα μάτια, για να δεις από που έρχονται. Καί αναρωτιόσουνα: «Από τον Έφραίμ εξακοντίζονται, τον άγιο, πού εγώ τον ευλαβούμαι;». Τον κούραζε τό ήθος τών νέων μοναχών. Μέ σκυμμένο τό κεφάλι εξομολογείτο:

-Οί Γεροντάδες στήν σκεπή έχουν κρεμασμένα τα ψαρικά τους. Τριάντα χρόνια ποτέ δέν σκέφθηκα ούτε να τα κοιτάξω ούτε να τα ξεκρεμάσω. Σήμερα όλα τα έψαξαν, όλα τα κατέκτησαν. Δέν μ’ αρέσει, άλλα σιωπώ.

Ό Γέροντας είχε καί τις «επισκέψεις» τού Θεού. Οσο καί να τού στοίχιζαν, τις ύπέμενε καρτερικά. Τον γιατρό τον άκουγε όπως τό μικρό παιδί καί πειθαρχούσε στις υποδείξεις του. Ήταν καλός άσθενής. Οταν έπεσε στήν στρωμνή τής κακώσεως, δέν τον έπισκέφθηκα. Δέν άντεχα να βλέπω άετό του ’Άθωνα τυλιγμένο στήν κουβέρτα. Θέλω να πιστεύω πώς ζή, σκαλίζει σφραγίδες, λειτουργεί, προσεύχεται. Μετά τήν όσιακή του κοίμηση, άδειασαν τά Κατουνάκια…

Ό Θεός να μάς λυπηθεί, να βλαστήση ή έρημος Έφραίμ, Μόδεστο, Χριστόδουλο. Αμήν.

από το βιβλίο: ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

http://apantaortodoxias.blogspot.com

Source link

Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα-Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε.

Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος.

Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν.

Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους.

Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη.

Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;»

Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς μορφὴ τῶν παλαιῶν καιρῶν. Μᾶς ὑποδέχθηκε μέσα σὲ χίλια «δόξα τῷ Θεῷ», χωρὶς νὰ φανῆ ἐνοχλημένος, ποὺ τοῦ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία ἢ τοῦ διακόψαμε τὴν προσευχή.

Μᾶς ὡδήγησε στὴν μικρή του ἐκκλησία ψάλλοντας τὸ«Ἄξιόν Ἐστι». Φόρεσε τὸ τριμμένο του καὶ ὄχι ἰδιαίτερα καθαρὸ πετραχήλι. Ἔκανε δέηση ζητώντας τὰ ὀνόματά μας νὰ τὰ μνημονεύσει. Δεσποτικῆς ὑποδοχῆς ἀξιωθήκαμε! Ἀλλά, ὅλα αὐτὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπροσποίητα, ὄπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα.

Τέτοια πανέμορφη ὑποδοχὴ μὲ ἀπέραντη ἀγαπητικὴ διάθεση δὲν ξαναγνώρισα στὸ πέρασμα τῆς βιοτῆς μου. Τίποτα δὲν σκέπτεσαι αὐτὴν στιγμή. Μόνον μένεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.

Μετά, μᾶς ὡδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν κέλλα του, στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρὴ πέτρινη σκάλα. Καθίσαμε. Πήραμε θέση ἀκροατοῦ καὶ ὁ Γέροντας ὄρθιος ἐφθέγγετο τῶν Πατέρων τοὺς λόγους.

Δὲν προτιμοῦσε δικές του διηγήσεις, ἀποκαλύψεις καὶ ὁράματα. Ὁ λόγος του ἤτανε καθαρὰ πατερικός, εὐαγγελικός· θύμιζε παχωμιανὴ διδασκαλία. Προτιμοῦσε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν ὁποῖο διάβαζε καὶ μελετοῦσε στὰ Καρούλια 17 χρόνια, ὅπως ἔλεγε.

Μάλιστα ἐλυπεῖτο ποὺ δὲν εἶχε ἀνθρώπους νὰ τοὺς μεταδώσει αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ ἐνστερνίσθηκε καὶ ἀφομοίωσε σὰν στερεὰ τροφή. Κάποιος ἀπὸ μᾶς τοῦ ζήτησε διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου.

Ὁ προσγειωμένος στὴν πραγματικότητα Γέροντας ἀπήντησε εὐγενικά:

-Ἐσεῖς στὸν κόσμο τὴν χρυσοστομικὴ διδασκαλία νὰ χρησιμοποιῆτε. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς μοναχούς.

Ὁ Γέροντας Τύχωνας εἶχε τὴν μεγίστη τῶν ἀρετῶν, τὴν διάκριση. Ἔλεγε:

-Δὲν θὰ βάλω τὸ ἴδιο φορτίο στὸν ἵππο καὶ στὸ γαϊδουράκι· θὰ τὸ ξεκάνω γρήγορα.

Οὔτε περὶ νοερᾶς ἀθλήσεως ἔκανε βιτρίνα. Ἡ δική του προθήκη εἶχε μόνον, γιὰ μᾶς τοῦ κόσμου, τὴν χρυσοστομικὴ διδαχὴ καὶ παράκληση. Ὁ Γερο-Τύχων ἤτανε Γέροντας ἀληθινός. Ἔφεγγε σὲ ἕναν καὶ φώτιζε πολλούς.

Ἀφοῦ εἴδαμε πὼς δὲν παρασύρεται ὁ γέρος στὶς δικές μας ἄκαρπες καὶ ἀτυχεῖς ἀπογειώσεις, ποὺ ἤτανε πλήρεις φιλοδοξίας καὶ ἐξωπραγματικότητας, τὸν ῥωτήσαμε γιὰ τὴν νέκρωση τῆς σάρκας, ποὺ ἤτανε τὸ πιὸ καυτὸ πρόβλημά μας.

Ὁ Γέρων σὰν νὰ χάρηκε ποὺ τοῦ ζητήσαμε κάτι προσγειωμένο καὶ μίλησε μὲ πολὺ ὅμορφο τρόπο, σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος δεκαοκτάχρονο παλληκάρι καὶ πάλευε μὲ τὴν ἀδυσώπητοι σάρκα του:

-Ἡ σάρκα, ὅσο θάλλει, ἀπὸ τὶς παχυντικὲς τροφὲς καὶ τὴν ἀνάπαυση, ζητᾶ ὄχι ἁπλῶς τὴν μερίδα της, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο νὰ καταβροχθίσει καὶ χορτασμὸ δὲν ἔχει. Ταπείνωσε τὴν σάρκα σου μὲ κόπους καὶ νηστεῖες, καὶ γυναίκα δὲν θὰ θέλει καὶ γλυκὸ παράδεισο θὰ κληρονομήσεις.

(Ἐμεῖς, στρουμπουλοὶ καὶ ἀφρᾶτοι ἀπὸ τῆς μεγαλούπολης τὴν τρυφή, νιώσαμε ντροπιασμένοι. Δὲν ξέραμε ποῦ νὰ κρύψουμε τὰ ἄσπρα πρόσωπα καὶ τὰ ῥοδοκόκκινα μάγουλά μας.)

Εἶπε ὁ Γέροντας πολλά. Δὲν τὰ βάσταξε ὁ νοῦς μου, ἀλλ’ ἡ καρδιά μου τὰ κράτησε φυλακτικὸ κατὰ τῶν δαιμόνων.

Κάποια στιγμὴ εἶπε στὸν παπᾶ νὰ φτιάξει καφέ, κάτι νὰ προσφέρει στοὺς ξένους. Ψωμὶ δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρχε. Κάποιες φέτες εἶχε ἁπλώσει στὸν ἥλιο νὰ γίνουν παξιμάδι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὸ περισσότερο τὸ ἔπαιρναν τὰ μυρμήγκια.

Ὅταν τοῦ εἶπα:

-Τὰ μυρμήγκια θὰ πάρουν τὸ ψωμι.

Μοῦ ἀπήντησε:

-Θὰ μείνει καὶ γιὰ μένα. Ὅσο εἶναι τρυφερό, τὸ παίρνουν. Ὅταν ξηρανθῆ ἀπὸ τὸν ἥλιο, θὰ τὸ ἀφήσουν.

Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ παπᾶς πῆγε νὰ πλύνει τὰ «φλιτζάνια τῆς Βοημίας»

-μερικὰ τενεκάκια ἀπὸ γάλα, γεμᾶτα κατακάθια ἀπὸ καφὲ ποὺ εἶχε προσφέρει κάποια ἄλλη φορά.

-Ἄφησέ τα, Πάτερ μου· αὐτὰ εἶναι κοσμικά. Βάλε τὸν καφὲ νὰ πιοῦνε οἱ ἄνθρωποι.

Θαύμασα πόσο βαθιὰ μπῆκε στὴν καρδιά μου τὸ ἐρευνητικό του βλέμμα. Ἐγώ, πράγματι, εἶχα δεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀποστροφὴ τὰ κεσεδάκια τοῦ Γέροντα.

Σκέφθηκα νὰ τὸν ξεγελάσω καὶ νὰ ῥίξω τὸν καφὲ στὸ πεζούλι, ἀλλὰ ποῦ νὰ γλιτώσω ἀπὸ τὴν ματιά του. Τὸν ἤπια καὶ μαθήτευσα στὴν ἁπλότητα τοῦ ἀσκητοῦ μιὰ γιὰ πάντα.

«Μὴν αὐτοεμπαίζεσαι», εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις ἀσκητής. Στὸ Κοινόβιο καὶ πολὺ θὰ σοῦ εἶναι.»

Ἕνας ἄλλος ἀδελφός, μὲ δική μας παρότρυνση, διακριτικὰ προσπαθοῦσε νὰ τὸν φωτογραφίσει.

-Ἄστο παιδί μου, αὐτὸ τὸ κουτί, καὶ ἄκου τοῦ Χρυσοστόμου τὰ λόγια. Καθόλου δὲν εἶναι δικά μου.

Ὁ Γέροντας ζοῦσε πολὺ ὑστερημένα, ὅπως ἄκουσα ἀπὸ μαθητή μου. Ἔβραζε νερὸ καὶ βουτοῦσε τὸ ψαροκόκκαλο τῆς ῥέγγας δύο-τρεῖς φορὲς καὶ ἔφτιαχνε «ψαρόσουπα» τὶς μεγάλες μέρες τῶν ἑορτῶν.

Τὸ ξύλινο κρεββάτι του ἤτανε γυρτό, σκέτη κατρακύλα. Μόλις τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, κυλοῦσε καὶ ἔπεφτε. Λειτουργοῦσε κάθε μέρα καὶ μάλιστα σὲ περίοδο χειμῶνα τὸ ῥιψοκινδύνευε καὶ ἄρχιζε μόνος του, προτοῦ φθάσει κάποιος ψάλτης.

Κάποτε, ὁ ἐπίσκοπος Λένιγκραντ Νικόδημος τὸν ἐπεσκέφθηκε καὶ γονάτισε νὰ τὸν εὐλογήσει. Τοῦ εἶπε: «Σήκω ἐπάνω· εἶσαι δεσπότης».

Πάντα ζοῦσε ἔξω ἀπὸ κάθε ἄνεση καὶ γνωριμία τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Τὸ δειλινὸ ἔπαιρνε τὸ κομποσχοίνι  καὶ ἔφερνε ἄπειρες βόλτες στὸν κήπό του, λέγοντας τὴν εὐχὴ στὰ ῥωσικά. Μόνον τὸ«ἐλέησόν με» ἀκουγόταν ὑπόκωφα.

Φεύγαμε καὶ ὅλοι ἐπαναλαμβάναμε τὸν φθόγγο του τὸν ἱερό:«Ταπείνωσε τὴν σάρκα, γιὰ νὰ ἔχεις γλυκὸ Παράδεισο»

ΠΗΓΗ:  «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του Γέροντα Γρηγορίου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου. (Έκδοση Ι.Μ.Δοχειαρίου.Άγιο Όρος 2010.)

Πηγή: ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ 

oikohouse.wordpress.com

Source link